Σε μια περίοδο όπου το ΠΑΣΟΚ πιέζεται δημοσκοπικά και τα εσωκομματικά μέτωπα παραμένουν ενεργά, ο Νίκος Ανδρουλάκης επιχειρεί να αλλάξει την ατζέντα με κινήσεις διεύρυνσης και συσπείρωσης. Το ερώτημα που κυριαρχεί, ωστόσο, παραμένει: πρόκειται για στρατηγική ανάκαμψης ή για προσπάθεια διαχείρισης μιας παρατεταμένης πολιτικής φθοράς;
Η εικόνα που διαμορφώνεται το τελευταίο διάστημα για το ΠΑΣΟΚ είναι σύνθετη και αντιφατική. Από τη μία, το κόμμα εμφανίζεται να δίνει μάχη για να διατηρήσει ρόλο βασικού παίκτη στον χώρο της κεντροαριστεράς. Από την άλλη, τα στοιχεία των μετρήσεων δείχνουν μια δύσκολη πραγματικότητα.
Σε πρόσφατες δημοσκοπήσεις, το κόμμα εμφανίζεται ακόμη και στην τρίτη θέση ή με ποσοστά κάτω από 12%, ακόμα και μονοψήφια πίσω από άλλες πολιτικές δυνάμεις, ενώ η διαφορά από τη Νέα Δημοκρατία παραμένει μεγάλη.
Την ίδια στιγμή, άλλες μετρήσεις καταγράφουν εναλλαγές στη θέση του ΠΑΣΟΚ μεταξύ δεύτερης και τρίτης θέσης, κάτι που δείχνει ρευστό πολιτικό σκηνικό αλλά και έλλειψη σταθερής δυναμικής.
Στο εσωτερικό του κόμματος, οι ισορροπίες παραμένουν εύθραυστες. Οι δημόσιες τοποθετήσεις και οι κινήσεις στελεχών που συνδέονται με τον Χάρη Δούκα αλλά και η πολιτική απήχηση που εμφανίζει ο Παύλος Γερουλάνος σε κομματικές βάσεις και εκδηλώσεις, συντηρούν ένα κλίμα εσωτερικής κινητικότητας.
Πρόσφατα περιστατικά δείχνουν ότι οι συζητήσεις περί στρατηγικής, ηγεσίας και πολιτικής κατεύθυνσης παραμένουν ανοιχτές, ακόμη κι αν επισήμως απορρίπτονται σενάρια αμφισβήτησης.
Παράλληλα, δεν λείπουν οι δημόσιες αιχμές για τη στρατηγική του κόμματος, με βασικό επιχείρημα ότι το ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται να διαμορφώσει καθαρό πολιτικό μήνυμα και να κεφαλαιοποιήσει τις προγραμματικές του θέσεις σε εκλογική δυναμική.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Νίκος Ανδρουλάκης επενδύει σε μια γραμμή πολιτικής αυτονομίας. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι το ΠΑΣΟΚ δεν θα λειτουργήσει ως «ουρά» άλλων πολιτικών σχημάτων, αλλά ως κεντρικός πόλος γύρω από τον οποίο μπορεί να διαμορφωθεί ευρύτερη προοδευτική συμμαχία.
Η γραμμή αυτή, ωστόσο, ερμηνεύεται με δύο τρόπους στο πολιτικό σύστημα: από τους υποστηρικτές ως στρατηγική ενίσχυσης ταυτότητας και,από τους επικριτές ως στάση πολιτικής αυτάρκειας ή και εγωκεντρισμού
Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή να μην ανοίγει συστηματικά συζήτηση για συνεργασίες από τα αριστερά δείχνει μια προσπάθεια διατήρησης πολιτικής καθαρότητας — αλλά και ρίσκου απομόνωσης.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η δημιουργία της Επιτροπής Διεύρυνσης και Συμπαράταξης, με στόχο:
- επιστροφές παλαιών στελεχών
- εντάξεις νέων προσώπων από άλλους χώρους
- δημιουργία οργανωτικών πυρήνων σε όλη τη χώρα
- πολιτική προετοιμασία ενόψει συνεδρίου και εκλογών
Η στόχευση είναι σαφής: να μεταφερθεί η συζήτηση από τη δημοσκοπική πίεση στη δυναμική επανεκκίνησης.
Τα ονόματα που παίζουν είναι επαναδραστηριοποίηση από τον χώρο του παραδοσιακού ΠΑ.ΣΟ.Κ. αλλά και στελέχη που πήγαν στο ΣυΡιζΑ και γυρίζουν πίσω.
Πολύ πιθανή στο συνέδριο του Μαρτίου η συμμετοχή του Θόδωρου Μαργαρίτη και του Μιχάλη Χάλαρη, του πρώην υπουργού του ΣΥΡΙΖΑ Γιάννη Πανούση, αλλά και του πρώην βουλευτή Σάμου του ΣΥΡΙΖΑ Δημήτρη Σεβαστάκη.
Στα ονόματα που θα ανακοινωθούν Κατά πάσα βεβαιότητα είναι η Ζωή Καρκούλια, πρώην μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ, ο Γιώργος Κυριακόπουλος, πρώην βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, προερχόμενοι από το ΠΑΣΟΚ, ίσως ο Νίκος Μαδεμλής, πρώην Γραμματέας της Νεολαίας ΠΑΣΟΚ και μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ κ.ο.κ.
Αναμένονται επίσης οι κινήσεις γνωστόν ονομάτων όπως της Νίνας Κασιμάτη, του Θάνου Μωραΐτη και του Ευάγγελου Αποστολάκη.
Το κρίσιμο ερώτημα: δημοσκοπήσεις ή κάλπες;
Το μεγάλο στοίχημα για το ΠΑΣΟΚ δεν είναι μόνο αν θα βελτιώσει την εικόνα του στις μετρήσεις. Είναι αν μπορεί να μετατρέψει οργανωτικές κινήσεις και συσπείρωση σε πραγματική εκλογική δυναμική.
Ιστορικά, τα κόμματα που πιέζονται δημοσκοπικά συχνά επιχειρούν κινήσεις «φυγής προς τα εμπρός» για να επαναφέρουν την πολιτική πρωτοβουλία. Το αν αυτή η στρατηγική θα αποδώσει, θα φανεί στις επόμενες μετρήσεις, στη δυναμική του συνεδρίου και κυρίως, όταν ανοίξει ο εκλογικός κύκλος