Για χρόνια, ο Βίκτορ Όρμπαν ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας. Για τη Ρωσία ήταν η πιο χρήσιμη «φωνή αντίρρησης» μέσα στην ΕΕ. Για τον Ντόναλντ Τραμπ ήταν το πολιτικό πρότυπο μιας ευρωπαϊκής Δεξιάς που αμφισβητούσε τις Βρυξέλλες, συγκρουόταν με τη φιλελεύθερη δημοκρατία και κρατούσε ανοιχτούς διαύλους με τη Μόσχα. Η εκλογική του ήττα από τον Πέτερ Μαγιάρ, μετά από 16 χρόνια στην εξουσία, δεν είναι μόνο μια εθνική ανατροπή στην Ουγγαρία. Είναι ένα γεγονός με καθαρό γεωπολιτικό αποτύπωμα.
Το πρώτο σοκ καταγράφεται στη Μόσχα. Το Κρεμλίνο έσπευσε να δηλώσει ότι «σέβεται» την επιλογή των Ούγγρων ψηφοφόρων και ότι προσβλέπει σε «υψηλά πραγματιστική» συνεργασία με τη νέα ηγεσία. Η αντίδραση αυτή δεν δείχνει ψυχραιμία ισχύος, αλλά ανάγκη προσαρμογής. Η Ρωσία γνωρίζει ότι έχασε τον πιο σταθερό συνομιλητή της στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έναν ηγέτη που καθυστερούσε ή αμφισβητούσε ευρωπαϊκές κυρώσεις, διατηρούσε ενεργειακές σχέσεις με τη Μόσχα και είχε μετατραπεί σε πολιτικό πονοκέφαλο για τις Βρυξέλλες σε κρίσιμες αποφάσεις για την Ουκρανία.
Ο Όρμπαν δεν ήταν απλώς «φιλικός» προς τη Ρωσία. Ήταν ο ηγέτης που έδινε στη Μόσχα κάτι πολύ πιο σημαντικό από τη συμπάθεια: θεσμική επιρροή μέσα στον ίδιο τον ευρωπαϊκό μηχανισμό. Ως πρωθυπουργός κράτους-μέλους μπορούσε να μπλοκάρει, να καθυστερεί, να διαπραγματεύεται και να μετατρέπει την ευρωπαϊκή ενότητα σε πεδίο εσωτερικής φθοράς. Αυτό ακριβώς είναι που χάνει τώρα το Κρεμλίνο. Ακόμη κι αν ο Μαγιάρ επιλέξει να κρατήσει ανοικτό έναν δίαυλο επικοινωνίας με τη Μόσχα, η δική του αφετηρία είναι διαφορετική: έχει δεσμευθεί για αποκατάσταση των σχέσεων με την ΕΕ, για επαναφορά της χώρας σε πιο δυτική τροχιά και για τερματισμό της εξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια έως το 2035.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ρωσία μένει χωρίς κανένα εργαλείο στην Ευρώπη. Σημαίνει, όμως, ότι χάνει το πιο αποτελεσματικό. Η Μόσχα θα επιχειρήσει τώρα δύο πράγματα: πρώτον, να «τεστάρει» τον Μαγιάρ πάνω στην υπόσχεσή του για «πραγματιστικές σχέσεις» και, δεύτερον, να επενδύσει στην αδράνεια του ουγγρικού κράτους, όπου το σύστημα Όρμπαν έχει αφήσει ισχυρά δίκτυα σε θεσμούς, διοίκηση και μηχανισμούς εξουσίας. Με άλλα λόγια, η Ρωσία μπορεί να έχασε τον άνθρωπό της στην κορυφή, αλλά θα επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί το αποτύπωμα που άφησε ο ορμπανισμός στο ουγγρικό κράτος. Αυτή είναι ίσως η τελευταία της γραμμή άμυνας στη Βουδαπέστη. Η πρόκληση, ωστόσο, είναι ότι ο Μαγιάρ δείχνει να διαθέτει ισχυρή κοινοβουλευτική νομιμοποίηση, αφού το Tisza εξασφάλισε ευρεία νίκη και πλειοψηφία που ενδέχεται να φτάνει στα όρια συνταγματικής αναθεώρησης.
Εξίσου μεγάλο είναι το πλήγμα για τον Ντόναλντ Τραμπ. Ο Όρμπαν ήταν ο πιο εμβληματικός ευρωπαίος σύμμαχός του: ένας ηγέτης που είχε μετατρέψει την «ανελεύθερη δημοκρατία» σε πολιτική ταυτότητα, συγκρουόταν με τις Βρυξέλλες, μιλούσε τη γλώσσα του πολιτισμικού πολέμου και παρουσιαζόταν ως απόδειξη ότι ο τραμπισμός μπορεί να αποκτήσει θεσμική, μακρά διάρκεια στην Ευρώπη. Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με το Reuters, ο Όρμπαν είχε τη δημόσια στήριξη της κυβέρνησης Τραμπ, ενώ ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς είχε βρεθεί στη Βουδαπέστη λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές.
Χωρίς τον Όρμπαν, ο Τραμπ δεν χάνει απλώς έναν φίλο. Χάνει το πιο πειστικό ευρωπαϊκό success story της ιδεολογικής του οικογένειας. Ούτως ή άλλως, η επιρροή της αμερικανικής Δεξιάς στην Ευρώπη δεν ασκείται με θεσμικούς όρους όπως στην Ουάσιγκτον. Χρειάζεται πρόθυμους εταίρους στο εσωτερικό της ΕΕ, ηγέτες που να μπορούν να μεταφράζουν το πολιτικό μήνυμα του τραμπισμού σε κρατική πολιτική. Ο Όρμπαν έκανε ακριβώς αυτό. Η ήττα του αποδυναμώνει το αφήγημα ότι το ευρωπαϊκό μέλλον ανήκει στην εθνικιστική, αντι-Βρυξελλών, φιλορωσική ή έστω «ουδέτερη» Δεξιά.
Βεβαίως, ούτε ο Μαγιάρ είναι ένας κλασικός φιλελεύθερος κεντρώος. Το προφίλ του είναι συντηρητικό, προσεκτικό σε θέματα όπως η μετανάστευση και η Ουκρανία, και σαφώς σχεδιασμένο ώστε να προσελκύσει ψηφοφόρους που προέρχονται από τον χώρο του Fidesz. Αλλά ακριβώς εκεί βρίσκεται η στρατηγική σημασία της νίκης του: δεν ηττήθηκε ο Όρμπαν από μια «αντισυστημική Αριστερά» ή από μια καθαρά φιλελεύθερη ελίτ· ηττήθηκε από έναν πρώην άνθρωπο του συστήματός του, ο οποίος μίλησε πατριωτικά, κεντροδεξιά και ταυτόχρονα φιλοευρωπαϊκά. Για τη Ρωσία και τον Τραμπ αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό μήνυμα: ότι το μπλοκ τους μπορεί να χάνει ακόμη και όταν απέναντί του δεν βρίσκεται η παραδοσιακή «αντίπαλη όχθη», αλλά μια εναλλακτική Δεξιά, λιγότερο συγκρουσιακή με την Ευρώπη και λιγότερο ανεκτική απέναντι στη Μόσχα.
Η επόμενη μέρα θα κριθεί στις λεπτομέρειες. Αν η νέα κυβέρνηση της Ουγγαρίας κινηθεί γρήγορα προς αποκατάσταση των σχέσεων με τις Βρυξέλλες, άρση της απομόνωσης και ξεμπλοκάρισμα ευρωπαϊκών αποφάσεων για την Ουκρανία, τότε η απώλεια για τη Ρωσία θα είναι άμεση και μετρήσιμη. Αν, αντίθετα, ο Μαγιάρ εγκλωβιστεί στη θεσμική κληρονομιά του Όρμπαν ή επιλέξει πιο αργές ισορροπίες, η Μόσχα θα προσπαθήσει να διατηρήσει επιρροή μέσω της οικονομίας, της ενέργειας και των ήδη εγκατεστημένων σχέσεων. Όμως η μεγάλη εικόνα δύσκολα αλλάζει: η Ρωσία δεν έχει πια στην ΕΕ τον πιο αξιόπιστο πολιτικό της πολλαπλασιαστή και ο Τραμπ δεν έχει πια στην Ευρώπη τον πιο συνεπή εκφραστή του.
Η ανατροπή στην Ουγγαρία είναι, τελικά, κάτι περισσότερο από κυβερνητική εναλλαγή. Είναι ένα τεστ για το αν η Ευρώπη μπορεί να ανακτήσει κρίσιμο πολιτικό έδαφος από εκείνους που επένδυσαν στην εσωτερική της διάσπαση. Και είναι ταυτόχρονα μια υπενθύμιση ότι η γεωπολιτική επιρροή δεν χτίζεται μόνο με στρατούς και αγωγούς, αλλά και με συμμάχους μέσα στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Ο Όρμπαν υπήρξε ένας τέτοιος σύμμαχος για τη Ρωσία και ένας τέτοιος πολιτικός καθρέφτης για τον Τραμπ. Η ήττα του αλλάζει το τοπίο και για τους δύο.