Με μία πιο επίσημη κίνηση ο Ντόναλντ Τραμπ προσπαθεί να κρατήσει ανοικτό το κεφάλαιο για τη Γάζα, αλλά προκύπτουν και νέα ερωτήματα για τον ρόλο των κρατών που καλούνται να συμμετάσχουν.

Κομβικό στοιχείο της υπόθεσης – και κάτι που πρέπει να αποτυπώνεται ξεκάθαρα – είναι ότι ο Ντόναλντ Τραμπ έστειλε επίσημη πρόσκληση προσωπικά τόσο στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη όσο και στον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκο Χριστοδουλίδη για συμμετοχή στο νέο «Συμβούλιο Ειρήνης».

Advertisement
Advertisement

Ελλάδα και Κύπρος βρίσκονται ανάμεσα στις χώρες που κλήθηκαν να συμμετάσχουν στο νέο σχήμα, το οποίο θα αφορά τη διακυβέρνηση και την «επόμενη μέρα» στη Γάζα.

Παράλληλα, επιβεβαιώνεται ότι η πρόσκληση απευθύνθηκε απευθείας στον Έλληνα πρωθυπουργό και στον Κύπριο πρόεδρο στο πλαίσιο σχεδιασμού ενός συμβουλίου περίπου 25 κρατών.

Το σχέδιο και οι αντιδράσεις

Το σχέδιο παρουσιάζεται ως μηχανισμός διεθνούς διαχείρισης και ανοικοδόμησης μετά τον πόλεμο στη Γάζα, με συμμετοχή κρατών που θεωρούνται κομβικά για την περιοχή.

Ωστόσο, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες – μεταξύ αυτών και η Ελλάδα και η Κύπρος  – εξετάζουν την πρόσκληση με μεγάλη προσοχή, καθώς πρόκειται για σύνθετο νομικά και γεωπολιτικά ζήτημα, με συντονισμό σε επίπεδο ΕΕ. Η Ευρωπαΐκή Ένωση η οποία έχει ήδη δημοσιοποιήσει τις επιφυλάξεις της ώστε να μην καπελωθεί ο ρόλος του ΟΗΕ.

Αθήνα και Λευκωσία: Συμμετοχή ή στήριξη από άλλο ρόλο;

Η γενική εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι Ελλάδα και Κύπρος δεν απορρίπτουν τον ρόλο τους στην επόμενη μέρα της περιοχής, αλλά εμφανίζονται πιο κοντά στο σενάριο συμβολής μέσω τεχνογνωσίας, ανοικοδόμησης και επιχειρηματικής συμμετοχής, παρά μέσω θεσμικής ένταξης σε ένα νέο γεωπολιτικό όργανο για το οποίο υπάρχουν οι προαναγραφόμενες επιφυλάξεις/ενστάσεις.

Το ερώτημα που μένει ανοιχτό

Η αμερικανική πλευρά εμφανίζει το σχέδιο ως επένδυση σε ειρήνη, υποδομές και θεσμική σταθερότητα σε βάθος χρόνου. Νομίζετε ότι όταν ο Τραμπ επανειλημμένως έχει μιλήσει για τη Γάζα που θέλει να την κάνει με business plan, Μαϊάμι της Μέσης Ανατολής.

Το ερώτημα όμως που θέτουν διπλωματικές πηγές είναι σαφές: Αν η περιοχή επιστρέψει σε κύκλο κρίσεων, ποιο θα είναι το πραγματικό κόστος – πολιτικό και οικονομικό – για όσους συμμετάσχουν;