Στην πόλη Νόβι Πάζαρ της Σερβίας, διεξήχθη αγώνας kickboxing, όπου ο Γιάννης Τσουκαλάς νίκησε, με νοκ άουτ, τον Σέρβο Βαχίντ Κιτσάρα, για να ακολουθήσουν σκηνές χάους.
Σύμφωνα με τα μέσα ενημέρωσης στη Σερβία, μέλη από την ομάδα του Κιτσάρα μπήκαν στο ρινγκ και επιτέθηκαν στον Έλληνα αθλητή. Μάλιστα, όπως αναφέρεται, ο αδερφός του Σέρβου μαχητή γρονθοκόπησε τον Τσουκαλά στο πρόσωπο τη στιγμή που εκείνος είχε γονατίσει για να προσευχηθεί.
Μιλώντας στον ΣΚΑΪ ο Γιάννης Τσουκαλάς τόνισε πως «είχα υποψιαστεί ότι υπάρχει ένα περίεργο κλίμα. Έβλεπα τον κόσμο, υπήρχε μία ομάδα ανθρώπων που ήταν λίγο περίεργοι, “πιο γηπεδικοί” να το πω. Και αυτοί ήταν σχετικά ήρεμοι γιατί δεν περίμεναν αυτή την τροπή του παιχνιδιού, δεν περίμεναν σε καμία περίπτωση εγώ να έχω αυτό το αποτέλεσμα».
«Όταν μπήκα μέσα στο ρινγκ με τη σημαία κανονικά, την έδωσα κατευθείαν στον προπονητή μου, πήγα έκανα υπόκλιση να τους δείξω ότι σας σέβομαι, δεν ήρθα εδώ πέρα να δείξω ότι είμαι προκλητικός ή οτιδήποτε», υπογράμμισε.
Για το περιστατικό μετά το νοκ-άουτ και τη νίκη του δήλωσε: «με το που έγινε το σκηνικό στον 3ο γύρο με το νοκ-άουτ, μπήκε μέσα ο προπονητής μου από τη χαρά του και ήρθε να με αγκαλιάσει. Είχα χαρεί πάρα πολύ εκείνη τη στιγμή, ήταν κάτι που το περίμενα, ήταν στόχος ζωής. Εγώ καταλαβαίνω εκείνη τη στιγμή τι πάει να γίνει, ήμουν προετοιμασμένος και προϊδεασμένος, κάνω νόημα “κατέβασε με, να μην είμαστε παραπάνω προκλητικοί, όπως σου είπα”, γιατί εγώ είχα δει τι γίνεται».
«Δε φαίνεται από την κάμερα, αλλά εγώ έβλεπα 40-50 άτομα να έρχονται από τις κερκίδες προς το ρινγκ. Δεν είχα εικόνα τι γίνεται πίσω μου, έβλεπα τι γίνεται μπροστά μου. Ήρθε πρώτα ο αδελφός του από ότι με έχουν ενημερώσει και με χτύπησε στο κεφάλι.
Μετά έγιναν όλα πάρα πολύ γρήγορα. Δεν ήξερα αν ήταν 5, 20, 40. Εγώ απλά εκείνη τη στιγμή φυλάχτηκα, προσπαθούσα να φυλάξω το κεφάλι μου και έλεγα από μέσα μου “Υπομονή μέχρι να τελειώσει”. Περνούσε ο χρόνος έλεγα “άντε τι θα γίνει”. Έγινε πολύ γρήγορα, δεν κατάλαβα» επεσήμανε.
Επιπλέον, ο αδελφός του, Μανώλης Τσουκάλας, δήλωσε πως «ήμασταν ανατριχιασμένοι, δεν ξέραμε τι να κάνουμε, δεν μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε με κανέναν. Περιμέναμε μισή ώρα. Μας πήρε ένα τηλέφωνο ο Γιάννης των δέκα δευτερολέπτων και μας είπε “μην ανησυχείτε είμαστε καλά θα τα πούμε μετά”. Καμία άλλη πληροφορία, ούτε αν χτύπησε, ούτε τίποτα, δε ξέραμε.
Όταν βλέπεις έναν δικό σου άνθρωπο live στην τηλεόραση να παίζει σε έναν αγώνα πυγμαχίας και ξαφνικά να μπαίνει όχλος μέσα, να τους ποδοπατάνε κάτω στο έδαφος, καρέκλες να εκτοξεύονται στον αέρα, είναι τραγικό, σε στιγματίζει».