“Δεν το εννοείς αυτό”.

Το είπε ήρεμα, σχεδόν τρυφερά. Κι εκεί συνειδητοποιείς ότι το “δεν το εννοείς” είναι ίσως η πιο ύπουλη φράση στον κόσμο. Δεν κραυγάζει. Δεν επιτίθεται. Είναι σαν τη σκόνη που τρυπώνει από παντού. Και ξαφνικά σκέφτεσαι: μήπως όντως δεν το εννοώ; Μήπως κάτι μου ξεφεύγει; Μήπως χρειάζομαι κάποιον να μου εξηγήσει τι συμβαίνει μέσα μου, γιατί εγώ μάλλον δεν τα καταφέρνω;

Advertisement
Advertisement

Λίγο αργότερα, η κοπέλα στο γυμναστήριο. “Έχεις στρες”. Δε ρώτησε. Μου το πέταξε καταπρόσωπο. Το ανακοίνωσε. Με τη βεβαιότητα του ανθρώπου που μόλις ανακάλυψε τη φωτιά. Δεν μιλούσε για εμένα. Ήθελε να νιώσει έξυπνη. Παρατηρητική. Έκανε διάγνωση χωρίς ραντεβού.

Και έρχεται και ο “φυσιογνωμιστής”. Αυτός που σε κοιτάει για λίγα δευτερόλεπτα, σου μετράει το φρύδι, το εύρος του μετώπου, το βλέμμα που έτυχε να έχεις εκείνη την ημέρα, και βγάζει πόρισμα. “Εσύ είσαι κλειστός άνθρωπος” ή “φαίνεσαι καταπιεσμένη”. Ή το αγαπημένο “εσένα κάτι σε τρώει”. Δεν σε ρωτάει. Σε αναλύει. Σαν να είσαι χαρακτήρας σε ταινία που νομίζει ότι έχει ήδη δει. Και το λέει με τόση αυτοπεποίθηση, που σχεδόν ντρέπεσαι να διαφωνήσεις. Λες και μόλις αμφισβήτησες την επιστήμη, όχι μια αυθαίρετη σκέψη της στιγμής.

Ο γονιός φυσικά ξέρει καλύτερα. Πάντα. “Αυτό δεν σου ταιριάζει”. Σαν να μιλάμε για λάθος χρώμα μπλούζας. Σαν να  υπάρχει μια σωστή εκδοχή μου, κάπου αποθηκευμένη στο παρελθόν, που πρέπει να επανέλθει.  Και όλοι φαίνεται να τη θυμούνται καλύτερα από εμένα.

Κι ο απών στην καθημερινότητά σου: “Χαμογέλα, δεν είναι τόσο άσχημα”. Σαν να του οφείλεις το χαμόγελό σου και την διάθεσή σου. Σαν να είναι δημόσιο αγαθό. Γιατί έτσι κρίνει. Σαν να είναι λάθος να μη νιώθεις όπως τον βολεύει.

Και η γνωστή που δεν θυμάται καλά καλά το όνομά σου, που λέει: “Μη στεναχωριέσαι”. Σαν να είναι επιλογή. Σαν να υπάρχει ένα κουμπί που παρέλειψες να πατήσεις.  Σαν να μην της πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι μπορεί απλώς … να στεναχωριέσαι.

Στη αρχή, νομίζεις ότι όλα αυτά είναι απλώς αδέξια σχόλια. Κακή επικοινωνία. Καλή πρόθεση, λάθος τρόπος. Με τον καιρό όμως αρχίζεις να βλέπεις κάτι άλλο. Ένα μικρό παιχνίδι εξουσίας. Οι άνθρωποι σε κοιτάνε, σε ζυγίζουν, σου κρεμάνε μια ταμπέλα και ανακουφίζονται. Γιατί δεν χρειάζεται πια να σε δουν στ’αλήθεια. Σε έφτιαξαν τόσο μικρή όσο χρειαζόταν για να χωρέσεις στο κεφάλι τους.

Advertisement

Οι ταμπέλες τους δεν μιλάνε για εσένα. Μιλάνε για τα όρια της αντίληψής τους. Για το πόσο αντέχουν να μη γνωρίζουν. Για το πόσο γρήγορα χρειάζονται ένα συμπέρασμα για να νιώσουν ασφαλείς. Το βάθος τους κουράζει. Τους κάνει να αισθάνονται ανεπαρκείς.  Οπότε το απλοποιούν. Το ακυρώνουν. Το βαφτίζουν.

Το μέσα σου, όμως, δεν διαφημιστικό σποτάκι. Δεν είναι για ξεφύλλισμα.  Δεν είναι χαρακτήρας που χωράει σε μια φράση. Δεν είναι συμπέρασμα.  Είναι εμπειρία, βιώματα, μνήμη, αντιφάσεις, πράγματα που αλλάζουν, που δεν λέγονται εύκολα και δεν φαίνονται πάντα. Και όποιος νομίζει ότι σε κατάλαβε επειδή σε κοίταξε λίγο παραπάνω, απλώς “πλανάται πλάνην οικτράν”.

Κι ανάμεσα σε όλα αυτά, αρχίζει η αργή, σταθερή διάβρωση. Όχι επειδή είσαι αδύναμη. Αλλά γιατί οι φωνές είναι πολλές και επίμονες. Σου εξηγούν τι νιώθεις, γιατί το νιώθεις, πως “πρέπει” να το διαχειριστείς. Κι αν δεν συμφωνείς, κάτι δεν κατάλαβες. Ή κάτι δεν έκανες σωστά.

Advertisement

Τίποτε από αυτά δεν γίνεται ξαφνικά. Χτίζεται με μικρές “ανώδυνες” φράσεις. “Μη στεναχωριέσαι”. “Έλα μωρέ”. “ Όλα στο μυαλό σου είναι”. “Υπερβάλλεις”. Και κάπου εκεί, η φωνή σου μαθαίνει να χαμηλώνει. Να περιμένει. Να περνά πρώτα από έλεγχο καταλληλότητας. Να ζητάει άδεια για να υπάρξει.

Μέχρι που μια μέρα κάποιος με ρωτάει τι νιώθω και σκέφτομαι: “ Περίμενε…τι νιώθω;”  Και πιάνω τον εαυτό μου να ψάχνει την απάντηση που θα ακουστεί σωστή. Όχι την αληθινή. Και τότε αναρωτιέμαι: πότε ακριβώς έγινα ο μεταφραστής των συναισθημάτων μου για τους άλλους;

Πότε έμαθα να ελέγχω αν αυτό που νιώθω είναι “κατάλληλο” πριν το νιώσω;

Advertisement

Πότε άρχισα να ζητάω άδεια για να πονέσω, να θυμώσω, να χαρώ;

Και κάπου εκεί συνειδητοποιώ κάτι απλό. Εγώ ζω τη ζωή μου. Το μέσα μου το κουβαλάω εγώ. Τις μέρες που σηκώνομαι βαριά. Τα βράδια που μπορεί να είναι αξημέρωτα. Τις στιγμές που δεν αντέχω πολλά πολλά. Δεν χρειάζεται να χωράνε σε γρήγορες αναλύσεις. Ούτε να εξηγούνται για να εγκριθούν.

Σταματώ. Ακούω. Όχι τι λένε για εμένα αλλά τι λέω εγώ σε εμένα όταν δεν με πιέζω.

Advertisement

Με ρωτάω πώς είμαι. Μου επιτρέπω να μην έχω απάντηση. Με παρατηρώ χωρίς να με διορθώνω αμέσως. Υπάρχουν μέρες που είμαι μπερδεμένη. Που αλλάζω γνώμη. Που δεν έχω καθαρή εικόνα. Κι αντί να το κάνω πρόβλημα, το αφήνω να υπάρχει. Όποιος πραγματικά νοιάζεται δεν βιάζεται να καταλάβει. Δεν με στριμώχνει σε ορισμούς. Δεν με εξηγεί για να νιώσει ανώτερος. Αντέχει τη μη γνώση. Αντέχει να μην καταλαβαίνει και να μην το αντιμετωπίζει ως πρόβλημα.

Advertisement

Αυτός ο άνθρωπος, σιγά σιγά, γίνομαι για εμένα.

Δεν μου μιλάω πια  με τη φωνή των άλλων. Μου μιλάω με χώρο. Με ευθύνη. Με φροντίδα. Με ένα βλέμμα που λέει “ναι είσαι εδώ”.

Δεν χρειάζομαι μεταφραστή για το μέσα μου.

Advertisement

Δεν χρειάζομαι διόρθωση.

Δεν χρειάζομαι έγκριση.

Ξέρω πότε κάτι με βαραίνει. Ξέρω πότε δεν με χωράει. Ξέρω πότε να σταματήσω να εξηγώ.

Αυτό είναι αρκετό.

Όχι τέλειο.

Αρκετό.