Η περίοδος των γιορτών τελείωνε. Ήταν το βράδυ των Θεοφανείων. Τα σχολεία θα άνοιγαν σε δύο μέρες. Σχεδόν μπορούσα να ακούσω τη γκρίνια από όσα παιδιά γνωρίζω. Εκείνη τη στιγμή θα βρίσκονταν όλα στα ζεστά τους κρεβάτια.

Όλοι στο σπίτι μου κοιμούνταν κι εγώ διάβαζα ένα μυθιστόρημα στην πολυθρόνα, όταν ξαφνικά πίσω από τον καναπέ είδα ένα μικρό πόδι που θύμιζε κατσίκα. Ακούστηκε ένας λυγμός. Περισσότερο περίεργη και λιγότερο φοβισμένη, πήγα να δω τι στην ευχή συνέβαινε. Και τότε είδα έναν μικρό καλικάντζαρο να με κοιτάζει με τρόμο.

Advertisement
Advertisement

«Μη μου κάνεις κακό, σε παρακαλώ», μου είπε παρακλητικά.

Όταν ήμουν μικρή, φοβόμουν μην συναντήσω καλικάντζαρο, μα τώρα αυτός ήταν τόσο φοβισμένος που τον βρήκα συμπαθή.

«Τι κάνεις εδώ;», τον ρώτησα κάπως αμήχανα. Δεν ήξερα τι συνηθίζει να ρωτάει κανείς όταν συναντά έναν καλικάντζαρο.

Του έδωσα ένα ποτήρι νερό και αφού το ήπιε όλο μονορούφι, άρχισε σιγά-σιγά να ηρεμεί. Μου εξιστόρησε τι του συνέβαινε.

«Εμείς οι καλικάντζαροι σπάνια ανεβαίνουμε στη Γη. Οι περισσότεροι λένε πως δεν αξίζει πια η εμπειρία. Δεν διασκεδάζεις. Τα γλυκά που κλέβαμε δεν είναι νόστιμα όσο άλλοτε, τα σπίτια δεν έχουν τζάκια για να σβήνουμε τις φωτιές, δεν υπάρχουν αργαλειοί για να μπερδεύουμε τα νήματα και οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν κότες ή γαϊδουράκια στις αυλές για να τα τσιμπάμε και να σκούζουν. Και επίσης, οι παπάδες δεν  μπαίνουν πια σε όλα σπίτια την Ημέρα των Θεοφανείων με την αγιαστούρα, οπότε κινδυνεύει κανείς να ξεμείνει για πάντα εδώ. Συνέβη σε κάποιους…»

«Κι εσύ γιατί ήρθες;», τον ρώτησα με ενδιαφέρον. Είχα αρχίσει να βρίσκω αυτό που συνέβαινε συναρπαστικό.

Advertisement

«Είχα βαρεθεί να πριονίζω διαρκώς το Δέντρο της Γης!», ξεφώνισε.

«Κατανοητό. Η επαναλαμβανόμενη καταναγκαστική ζωή χωρίς κανένα νόημα μπορεί να κάνει κάποιον να θέλει ξαφνικά να κάνει κάτι τρελό, κάτι επαναστατικό, ίσως και παράτολμο», αποφάνθηκα.

Ο καλικάντζαρος με κοίταξε απορημένος και συνέχισε.

Advertisement

«Τέλος πάντων, αν και όλοι μου είχαν πει να μην ανέβω στη Γη, ήρθα. Το μετάνιωσα από το πρώτο λεπτό. Βρέθηκα ξαφνικά μέσα σε αυτή τη μεγαλούπολη. Η φασαρία είναι αφόρητη, οι δρόμοι είναι σαν να μην οδηγούν πουθενά. Τα κτήρια φαίνονται έτοιμα να σε πλακώσουν… Και έχει παντού κουτσουλιές. Όπως καταλαβαίνεις, δεν είμαστε πολύ της καθαριότητας στον Κάτω Κόσμο, αλλά αυτές οι κουτσουλιές στις πόλεις σας δεν αντέχονται», είπε ο καλικάντζαρος έξαλλος.

Του είπα να μιλάει πιο σιγά γιατί αν ξυπνούσε ο γιος μου και τον έβλεπε, θα ενθουσιαζόταν και άντε μετά να ξανακοιμηθεί.

«Μακάρι να με έβλεπε κάποιος», μου είπε ο καλικάντζαρος και δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του. «Το πιο τρομερό είναι πως στην πόλη κανείς δεν με έβλεπε. Τα αυτοκίνητα πήγαιναν να με πατήσουν, στα ζαχαροπλαστεία και στα μαγαζιά που έμπαινα και ανακάτευα τα πάντα, απλώς τα άφηναν έτσι. Είχαν τόση δουλειά, που δεν το καταλάβαιναν καν».

Advertisement

Του έδωσα ένα χαρτομάντιλο. Φύσηξε τη μύτη του.

«Είναι πολύ δύσκολο να νιώθει κανείς ότι δεν τον βλέπουν, ότι δεν τον καταλαβαίνουν», του είπα εγώ μα πάλι δεν με κατάλαβε.

«Οποιοδήποτε χάος προσπάθησα να δημιουργήσω, δεν δημιουργήθηκε γιατί το χάος επικρατούσε ήδη», κατέληξε το κοντό, αλλόκοτο πλάσμα. «Και τώρα έχω μείνει εδώ και μου λείπουν οι άλλοι καλικάντζαροι. Σίγουρα θα έχουν ανησυχήσει, αφού δεν γύρισα και θα με ψάχνουν. Μου λείπει ακόμη και το πριόνισμα!»

Advertisement

«Η σωματική άσκηση είναι πάντα μια εκτόνωση, ανακουφίζει από το στρες και μπορεί να λειτουργήσει και εθιστικά», είπα εγώ μα σταμάτησα γιατί επιτέλους κατάλαβα ότι ο καλικάντζαρος δεν ήταν εξοικειωμένος με όρους της σύγχρονης Ψυχολογίας.

Advertisement

Έμεινε σκεπτικός. Παρατήρησα τα αχτένιστα μαλλιά του, τη μεγάλη και πλακουτσωτή μύτη του, τα πόδια της κατσίκας. Σίγουρα ο γιος μου θα ενθουσιαζόταν αν τον έβλεπε και σκέφτηκα να τον βγάλω μια φωτογραφία. Μα μου φάνηκε αναίσθητο και παραβιαστικό να φωτογραφίσω κάποιον την ώρα που ήταν τόσο απελπισμένος.

«Εσύ γιατί με βλέπεις;», με ρώτησε ξαφνικά.

«Ειλικρινά, δεν έχω ιδέα», του απάντησα. «Ίσως νοστάλγησα αλλοτινές εποχές, ίσως βαριέμαι κι εγώ υπερβολικά πολύ μερικές φορές…», του είπα μελαγχολική.

Advertisement

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ακούστηκαν φωνές από τον δρόμο.

Άνοιξα την μπαλκονόπορτα, αυτή τη φορά τρομαγμένη. Βγήκα έξω. Όλα ήταν σκοτεινά. Στις πολυκατοικίες τα φώτα ήταν όλα σβηστά, τα δέντρα στο πάρκο έδειχναν απειλητικά. Το φεγγάρι ήταν μισό και χλωμό. Κοίταξα κάτω.

Στον δρόμο είχε ανοίξει μια μεγάλη τρύπα. Οι φωνές ήταν εκεί μέσα.

«Εμένα φωνάζουν! Με βρήκαν!», χοροπήδησε ο καλικάντζαρος και έτρεξε με λαχτάρα.

«Πήγαινε γρήγορα», του είπα.

Μου χαμογέλασε και πήδηξε.

«Και να θυμάσαι, το δέντρο που κρατά τον κόσμο δεν κόβεται ποτέ!», νομίζω πως μου φώναξε. Μπορεί και να ήταν ιδέα μου.

 Ύστερα όλα αυτά τα περίεργα εξαφανίστηκαν και κάποιο ρολόι χτύπησε δώδεκα.

Το βιβλίο που διάβαζα ήταν πεσμένο στο πάτωμα. Το σήκωσα, το άφησα στο τραπεζάκι και πήγα για ύπνο.

Τελείωσαν οι γιορτές, σκέφτηκα πριν κλείσω τα μάτια. Σε δυο μέρες θα άνοιγαν τα σχολεία. Κι επίσης, όλα τα ξυπνητήρια θα χτυπούσαν κάθε πρωί την ίδια ώρα και οι άνθρωποι θα πήγαιναν στις δουλειές τους ξανά με τον ίδιο τρόπο.