Η αβεβαιότητα δεν μπαίνει στη ζωή μας ξαφνικά. Δεν εμφανίζεται σαν πρόβλημα. Έρχεται σαν μια σκέψη που λες “θα το δω αργότερα”. Σαν μια κουβέντα που αφήνεις για μετά. Σαν μια απόφαση που μεταθέτεις.

Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβεις γίνεται τρόπος ζωής.

Advertisement
Advertisement

Στην αρχή μοιάζει ακίνδυνη. Σχεδόν λογική, πρακτική. Σου ψιθυρίζει ότι δεν χρειάζεται να βιαστείς. Ότι έχεις χρόνο. Ότι όλα μπορούν να περιμένουν.

Κι εσύ το πιστεύεις.

Η αλήθεια όμως, δεν λειτουργεί έτσι.

Όταν εμφανίζεται δεν είναι ευγενική, δεν σου δίνει περιθώρια, δεν σε χαϊδεύει. Σου δείχνει τι συμβαίνει.  Σου ζητά να πάρεις θέση. Να αναλάβεις την ευθύνη της ζωής σου. Και μετά, σε αφήνει μόνη με τις συνέπειες.

Κι εκεί αρχίζει ο φόβος.

Γιατί πίσω από κάθε αλήθεια, υπάρχει μια απώλεια. Κάτι τελειώνει. Κάτι αλλάζει. Κάτι δεν θα είναι πια όπως πριν. Και κανείς δεν μας μαθαίνει πώς να αποχαιρετάμε τις ζωές που δεν θα ζήσουμε.

Advertisement

Αβεβαιότητα σημαίνει φόβος;

Στις περισσότερες περιπτώσεις, ναι.

Φόβος μήπως χάσεις έναν άνθρωπο.

Advertisement

Μήπως χάσεις μια ασφάλεια.

Μήπως αποτύχεις.

Μήπως συνειδητοποιήσεις ότι έμεινες κάπου περισσότερο απ΄όσο άντεχες.

Advertisement

Στις σχέσεις το βλέπεις καθαρά. Μένεις σε κάτι που δεν σε γεμίζει. Το ξέρεις. Το νιώθεις. Το σώμα σου στο δείχνει πριν από το μυαλό σου. Κι όμως, περιμένεις. Περιμένεις ένα μήνυμα. Μια εξήγηση. Μια αλλαγή.

Λες: “ ίσως φτιάξει”. “ Ίσως αλλάξει”. “Ίσως δεν είναι η κατάλληλη στιγμή”.

Και στο μεταξύ, ο χρόνος περνά.

Advertisement

Στην εργασιακό χώρο συμβαίνει το ίδιο.

Advertisement

Περιμένεις να εξελιχθείς. Να αναγνωριστείς. Να σε δουν. Σου λένε “σε εκτιμάμε”, “είσαι σημαντική”,  “θα το δούμε”. Και περνάνε μήνες, χρόνια. Και συνεχίζεις να προσπαθείς, να δίνεις, να αντέχεις.

Κάποια στιγμή καταλαβαίνεις. Αν ήταν να γίνει, θα είχε ήδη γίνει.

Αβεβαιότητα σημαίνει ανασφάλεια;

Advertisement

Ναι. Γιατί όταν τίποτα δεν είναι καθαρό, αρχίζεις να αμφισβητείς τον εαυτό σου.

Μήπως φταίω εγώ;

Μήπως ζητάω πολλά;

Μήπως δεν αξίζω παραπάνω;

Μήπως πρέπει να συμβιβαστώ;

Αντί να αναρωτηθείς τι σου αξίζει, αρχίζεις να περιορίζεις τις ανάγκες σου. Να προσαρμόζεσαι. Να σιωπάς. Να λες “δεν πειράζει”.

Και κάπως έτσι απομακρύνεσαι από τον εαυτό σου, χωρίς καν να το καταλάβεις.

Αβεβαιότητα σημαίνει ελπίδα;

Στην αρχή ναι. Όταν κάτι ξεκινά, το άγνωστο έχει ομορφιά, μαγεία. Υπάρχει προσμονή. Φαντασία. Όνειρο.

Αλλά η ελπίδα χωρίς κίνηση δεν κρατάει. Μετατρέπεται σε αναμονή. Και η αναμονή, όταν γίνεται μόνιμη, γίνεται βάρος.

Δεν ζεις. Περιμένεις.

Κι εδώ εμφανίζεται κάτι που είναι δύσκολο να παραδεχτούμε.

Η συνενοχή μας στην αναβολή.

Το πιο σκληρό δεν είναι ότι δεν ξέρουμε. Είναι ότι ξέρουμε και συνεχίζουμε. Ξέρουμε ότι αυτή η σχέση δεν μας καλύπτει πια. Ξέρουμε ότι αυτή η εργασία μας περιορίζει. Ξέρουμε ότι έχουμε βολευτεί σε μια ζωή που δεν μας εκφράζει. Κι όμως, κάθε πρωϊ σηκωνόμαστε και την ξαναζούμε. Όχι από άγνοια αλλά από φόβο.

Φόβο ότι αν αλλάξουμε, θα χαθεί το γνώριμο. Ότι θα βρεθούμε σε άγνωστο έδαφος χωρίς εγγυήσεις. Ότι θα πρέπει να σταθούμε μόνοι μας απέναντι στις επιλογές μας. Γιατί όσο μένουμε στην αβεβαιότητα, μπορούμε να λέμε “δεν ήταν στο χέρι μου”. Όσο δεν αποφασίζουμε δεν φταίμε. Κι αυτό είναι ένα από τα πιο ύπουλα καταφύγια. Η αβεβαιότητα, πολλές φορές, είναι άλλοθι. Δεν είναι ότι δεν ξέρουμε. Είναι ότι δεν θέλουμε να πληρώσουμε το τίμημα της αλήθειας.

Γιατί κάθε αλήθεια απαιτεί απόφαση.  Και κάθε απόφαση, μας φέρνει αντιμέτωπους  με κάτι που αποφεύγουμε συστηματικά. Με τη θνητότητά μας.

Όταν αναβάλλουμε, φερόμαστε σαν να έχουμε άπειρο χρόνο. Σαν να λέμε : “όχι τώρα”, “αργότερα”, “κάποια άλλη στιγμή”. Σαν να πιστεύουμε, ασυνείδητα, ότι η ζωή δεν τελειώνει.

Η αναβολή λειτουργεί σαν ψευδαίσθηση αθανασίας.

Μας κάνει να νιώθουμε ότι μπορεί να παγώσουμε το χρόνο. Να κρατήσουμε τα πάντα ανοιχτά. Να μην διαλέξουμε. Να μη ρισκάρουμε.

Όμως ο χρόνος δεν παγώνει.

Ο χρόνος είναι πεπερασμένος.

Δεν έχουμε άπειρες Κυριακές.

Δεν έχουμε άπειρα καλοκαίρια.

Δεν έχουμε άπειρες αγκαλιές.

Δεν έχουμε άπειρες ευκαιρίες.

Και κάθε μέρα που περνά χωρίς απόφαση, είναι απόφαση.

Είναι επιλογή να μείνεις εκεί που είσαι.

Η αλήθεια, όταν την αποδεχτείς, σου θυμίζει ότι δεν είσαι αθάνατη. Ότι δεν μπορείς να κρατήσεις τα πάντα σε αναμονή. Ότι κάποια πράγματα, αν δεν τα ζήσεις τώρα, δεν θα τα ζήσεις ποτέ.

Κι αυτό πονάει.

Αλλά μαζί με τον πόνο, έρχεται και η ελευθερία.

Το θάρρος δεν είναι να αντέχεις την αβεβαιότητα. Είναι να αντέχεις τη διαύγεια.

Να πεις:

Αυτό δεν μου ταιριάζει.

Αυτό δεν με εξελίσσει.

Αυτό τελείωσε.

Αυτό θέλω.

Και να ζήσεις με τις συνέπεις. Γιατί καμία επιλογή δεν είναι χωρίς κόστος. Αλλά η μη επιλογή, ίσως κοστίζει ολόκληρη τη ζωή.

Στο τέλος, η ζωή δεν μας ρωτάει πόσο φοβηθήκαμε. Μας ρωτάει αν ζήσαμε με επίγνωση. Και μας χρεώνει όχι μόνο όσα κάναμε. Αλλά και όλα όσα αφήσαμε για “κάποτε”, πιστεύοντας ότι θα είμαστε εδώ για πάντα.