Η Ελλάδα προεδρεύει του Συμβουλίου Ασφαλείας σε μια στιγμή όπου ο ΟΗΕ αναζητά νεο επικεφαλής και το Κυπριακό αναζητά σαφή οδικό χάρτη. Το ερώτημα που καλείται να απαντήσει η Αθήνα δεν είναι τι ρόλο θα διεκδικήσει να διαδραματίσει αλλά αν θα επιτρέψει κατα τη διαδικασία διαδοχής του Γκουτέρες να μείνουν στο κενό ζητήματα ενδιαφέροντος.
Η θεσμική παρουσία, πολλώ δε μάλλον όταν αυτή προκύπτει απο rotation, δεν ισοδυναμεί με πολιτική επιρροή. Η προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν δίνει στην Αθήνα εξουσία πάνω στο Κυπριακό και δεν της επιτρέπει να επιλέξει τον επόμενο Γενικό Γραμματέα. Της προσφέρει όμως ένα στρατηγικό πλεονέκτημα, εκμεταλλεύοντας στο έπακρο τη παρούσα συγκυρία. Από τη θέση αυτή, τρία ζητήματα που συνήθως εξετάζονται χωριστά, ήτοι η μετάβαση στην ηγεσία του ΟΗΕ, η πορεία του Κυπριακού και η ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο, με την κατάλληλη μόχλευση από την ιδιαιτέρως δραστήρια διπλωματική αποστολή, δύνανται να εξεταστούν ως ένα. Και εξηγούμαι ακολούθως.
Μια υποψηφιότητα που υπόσχεται αβεβαιότητα και όχι λογική συνέχεια
Η πέμπτη άτυπη ψηφοφορία της 7ης Οκτωβρίου, που διεξήχθη υπό την ελληνική προεδρία, κάθε άλλο από σοφότερους μας έκανε. Η Ρεμπέκα Γκρίνσπαν μπορεί να προηγήθηκε με εννέα θετικές και έξι αρνητικές ψήφους, όμως αυτό από μόνο του δεν εγγυάται την πρόκριση της καθώς η αρνητική ψήφος ενός και μόνο μόνιμου μέλους αρκεί στην τελική φάση για να ανατρέψει μια υποψηφιότητα. Σύμφωνα με πληροφορίες που διαρρέουν στα μέσα, μια νέα ψηφοφορία αναμένεται προς τα τέλη Οκτωβρίου, όπου και θα έχουμε πιο ξεκάθαρη εικόνα για τα απότοκα των ζυμώσεων που προηγήθηκαν στο μεσοδιάστημα.
Με το Συμβούλιο Ασφαλείας (εφεξής ΣΑ) διχασμένο και την 1η Ιανουαρίου να πλησιάζει, κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα τι θα συμβεί αν η καρέκλα του Γενικού Γραμματέα μείνει κενή, ενώ κυκλοφορούν ήδη σενάρια νομικών αλχημειών. Ένας Γενικός Γραμματέας που θα αναλάβει εσπευσμένα ή με νομιμοποίηση που τίθεται εν αμφιβόλω, δεν θα διαθέτει ούτε τον χρόνο ούτε το πολιτικό κεφάλαιο να ακουμπήσει ένα καυτό και δυσεπίλυτο θέμα όπως το Κυπριακό.
Ένα Κυπριακό υπό πίεση
Ο Γκουτέρες είχε ανακοινώσει τον Ιούλιο από τη Λευκωσία νέα διευρυμένη συνάντηση 5+1, με απαράβατο όρο την επαρκή προετοιμασία σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, μεθοδολογία αλλά και ουσία. Τον Σεπτέμβριο όμως, στην Εβδομάδα Υψηλού Επιπέδου της Νέας Υόρκης δεν σημειώθηκε πρόοδος ενώ ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι δεν θα γίνει 5+1 ούτε 3+1 στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης γιατί «υπάρχει ακόμη πολλή δουλειά». Η προσωπική του απεσταλμένη για το Κυπριακό, Μαρία Άνχελα Ολγκίν, προειδοποίησε στις 28 Σεπτεμβρίου τ.έ. ότι το ευνοϊκό παράθυρο ευκαιρίας κλείνει σταδιακά σχετίζοντας τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο με το ζήτημα.
Η προειδοποίηση αυτή αξίζει να λάβει τη προσήκουσα προσοχή καθότι δεν περιγράφει μόνο την κόπωση ενασχόλησης με το θέμα αλλά το συνδέει ρητά με το περιφερειακό κλίμα. Την Τρίτη 13 Οκτωβρίου τ.έ. Χριστοδουλίδης και Έρχιουρμαν συναντώνται υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και λίγες ημέρες αργότερα η Ολγκίν αναμένεται στο νησί, με αντικείμενο τη μεθοδολογία των διαπραγματεύσεων. Η κινητικότητα σίγουρα υπάρχει, αυτό που λείπει είναι η δέσμευση ότι η διαδικασία θα επιβιώσει της διαδικασίας μετάβασης στη νέα κατάσταση.
Roadmap στο κατάλληλο timing
Κατά την αξιολογική κρίση του γράφοντα, η πίεση που οφείλει να ασκήσει η Αθήνα πρέπει να αφορά τη διαδικασία και όχι το περιεχόμενο της λύσης. Η ελληνική θέση είναι γνωστή και σταθερή άλλωστε και στη βάση των ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Αυτό που λείπει δεν είναι μια νέα πρόταση, αλλά ένας οδικός χάρτης, που να μην εξαρτάται από το ποιος θα καθίσει στην ηλεκτρική καρέκλα του νέου Γενικού Γραμματέα, και ο οποίος πρέπει να έχει συμφωνηθεί πριν το ΣΑ προχωρήσει στη νέα διαδικασία. Και αυτό απαιτεί τρία συγκεκριμένα συστατικα στοιχεία.
Πρώτον και κυριότερο, συμφωνημένη μεθοδολογία. Ήδη ο ΟΗΕ έχει προαναγγείλει ότι θα ζητήσει από τα δύο μέρη συγκεκριμένες προτάσεις για τον τρόπο διεξαγωγής των συνομιλιών, και το αποτέλεσμα θα πρέπει να καταγραφεί ως κοινή βάση συζήτησης.
Δεύτερον, ουσιαστική παράδοση του φακέλου των συγκλίσεων στον νέο Γενικό Γραμματέα χωρίς να κληθεί ξανά ο διάδοχος να ανακαλύψει τον τροχό από την αρχή. Σκόπιμο δε, να μην δοθεί στις δύο πλευρές πριν ξεκινήσουν ουσιαστικές διαπραγματεύσεις, δίνοντας τους την ευκαιρία έτσι να δυναμιτίσουν την νέα προσπάθεια.
Τρίτον, μετρήσιμα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης με ακριβές χρονοδιάγραμμα. Η ίδια η Ολγκίν έχει επισημάνει ως άμεσα υλοποιήσιμα, επί παραδείγματι, τη τεχνική επιτροπή για τις φυσικές καταστροφές και το νέο σημείο διέλευσης στη Μια Μηλιά, ζητώντας όμως και το αναγκαίο πολιτικό θάρρος που πρέπει να επιδείξουν οι δύο μεριές. Η διπλωματία δεν μετριέται από τον αριθμό των συναντήσεων αλλά από την αποτελεσματικότητα των αντεγκλήσεων που γεφυρώνει, κάνοντας κάθε συνάντηση να «γεννά» προϋποθέσεις για επόμενη.
Η νηνεμία δεν ναρκοθετείται μόνο στη Λευκωσία
Η ελληνική προεδρία έχει όμως και ένα δεύτερο μέτωπο να υπερασπιστεί. Τα ελληνικά συμφέροντα δεν απειλούνται μόνο από την αδράνεια του ΟΗΕ ένεκα της διαδικασίας διαδοχής, απειλούνται και από κάθε μονομερή κίνηση που θα βρει το διεθνές σύστημα απασχολημένο και που υπονομεύει το κλίμα εμπιστοσύνης. Η Τουρκία έχει προαναγγείλει νομοθετική πρωτοβουλία για τις θαλάσσιες ζώνες της, η οποία συνδέεται απευθείας με το δόγμα της περί «Γαλάζιας Πατρίδας». Σύμφωνα με πηγές από την Άγκυρα, αναμένεται να εισαχθεί στην Εθνοσυνέλευση μέσα στον μήνα ενώ το πλήρες κείμενο δεν έχει ακόμα δημοσιοποιηθεί. Αξίζει να σημειωθεί η κλιμάκωση, κατά την οποία τον Αύγουστο έχει προηγηθεί η μονομερής ανακήρυξη θαλάσσιων πάρκων, για την οποία η Αθήνα επέδωσε άμεσα επίσημο διάβημα διαμαρτυρίας.
Η Αθήνα οφείλει να είναι προσεκτική αλλά με αυτοπεποίθηση. Εφόσον το τελικό νομοσχέδιο επιχειρήσει να μετατρέψει μονομερείς διεκδικήσεις σε εθνικό δίκαιο με τρόπο που παραβιάζει κατάφορα το διεθνές ή τα κυριαρχικά δικαιώματα άλλων κρατών, η απάντηση πρέπει να είναι πολιτική και νομική, στη βάση των οριζομένων από τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας του Montego Bay, όπου ορίζεται ξεκάθαρα η πως η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας μεταξύ κρατών με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές γίνεται με συμφωνία μεταξύ των.
Το ουσιαστικότερο ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι η αντίδραση αλλά η πρακτική μέθοδος που ακολουθούμε. Μια διαμαρτυρία δεν αρκεί για να αποθαρρύνει μια πρωτοβουλία που προετοιμάζεται ευλαβικά επί χρόνια. Αυτό που χρειάζεται είναι διπλωματική πίεση ανάσχεσης με σταθερά, σωρευτικά και πολυεπίπεδα επιχειρήματα, ώστε κάθε μονομερής κίνηση να συναντά ένα πολιτικό και νομικό τοίχος, στον ΟΗΕ, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στα υπόλοιπα διεθνή όργανα.
Πρόοδος ή ξανά στο συρτάρι;
Το πραγματικό στοίχημα της ελληνικής προεδρίας δεν είναι να διαχειριστεί μια ακόμη δύσκολη ατζέντα. Η ελληνική διπλωματία είναι συνηθισμένη στις μεγάλες μάχες και το έχει αποδείξει στο παρελθόν ότι ανταπεξέρχεται με απόλυτη επιτυχία σε δύσκολα multi-projects. Το στοίχημα του Οκτωβρίου και έως το τέλος του έτους είναι να αναδείξει ότι η αλλαγή στην ηγεσία του ΟΗΕ, το Κυπριακό και η σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου είναι ένα ενιαίο ζήτημα, και ότι η προστασία του ενός προϋποθέτει την προστασία των άλλων δύο. Ο Γκουτέρες δεν χρειάζεται και δε θα λύσει το Κυπριακό μέχρι τον Δεκέμβριο. Οφείλει όμως, και για τη δική του υστεροφημία, να φροντίσει ώστε ο διάδοχός του να μην το ξαναβρεί στο σημείο μηδέν, όπως συνέβη ξανά στο παρελθόν.
Και η Ελλάδα, όσο διαρκεί η προεδρία της, να φροντίσει ώστε το Κυπριακό να μην γίνει το πρώτο θύμα της μετάβασης της διαδοχής, ούτε η Ανατολική Μεσόγειος το πεδίο όπου κάποιοι θα επιβουλεύονται τετελεσμένα.