Η γλαύκα δεν προειδοποιεί. Δεν φωνάζει. Δεν ζητά συναίνεση. Απλώς πετά νωρίτερα από όλους τους άλλους θηρευτές. Το τέλος της αθωότητας δεν έρχεται όταν ξεσπά η κρίση. Έρχεται όταν κανείς καταλαβαίνει ότι η κρίση ήταν πάντα εκεί, αλλά είχε επιλέξει να μην τη δει. Η Γροιλανδία δεν έγινε ξαφνικά στρατηγική. Η Ευρώπη απλώς σταμάτησε να μπορεί να προσποιείται ότι δεν είναι. Αυτό που συμβαίνει σήμερα δεν είναι σύγκρουση για έδαφος και ορυκτό πλούτο. Είναι σύγκρουση για το πλαίσιο. Για το ποιος βλέπει πρώτος και ποιος πληρώνει τελευταίος. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Γροιλανδία είναι στρατηγικά σημαντική, γιατί αυτό είναι γνωστό εδώ και αρκετές δεκαετίες. Το ερώτημα είναι γιατί καθίσταται τώρα, σε αυτή τη χρονική στιγμή, εργαλείο εξωτερικής πολιτικής.
Ο Πρόεδρος Τραμπ είναι φορέας ισχύος και εκφράζει συμφέροντα των ΗΠΑ. Δεν έχει νόημα η ανάλυσή του ως ψυχολογικό φαινόμενο ή η συμπεριφορά του στη τηλεόραση. Γνωρίζει καλά τους μηχανισμούς της πολιτικής και της εικόνας και επικοινωνεί αυτό που θέλει όπως κρίνει αποτελεσματικότερο. Αυτή η συμπεριφορά ξενίζει πολιτικά συστήματα εθισμένα στα πρωτόκολλα και στη μετριοπάθεια, που συγχέουν τον τύπο με την ισχύ. Όμως η πραγματική ισχύς δεν έχει ανάγκη αιτιολόγησης. Δεν χρειάζεται, επίσης, την ανάγκη ως άλλοθι για να τύχει εφαρμογής, παρά μόνο δυνατότητα επίδειξης. Η επίδειξη προηγείται της χρήσης και ο αντίπαλος έχει λάβει το μήνυμα. Το μήνυμα δεν απευθύνεται στον λαό της Γροιλανδίας, αλλά στους συμμάχους στην Ευρώπη. Γι’ αυτό και οι ευρωπαϊκές αντιδράσεις είναι σπασμωδικές και συμβολικές, αποκαλύπτοντας μια επιδερμική αντιμετώπιση, με ημίμετρα, ενός βαθιά συστημικού προβλήματος εξωτερικής πολιτικής.
Στην ουσία δεν απειλείται έδαφος. Η Γροιλανδία καλύπτεται από τη νατοϊκή ασπίδα και υπάρχουν επαρκείς μηχανισμοί τόσο για τον έλεγχο των θαλάσσιων διαδρομών πέριξ αυτής όσο και για την αξιοποίηση των ορυκτών της πόρων. Αυτό που απειλεί ο Τραμπ δεν είναι η εδαφική ακεραιότητα, αλλά η προβλεψιμότητα των συμμαχιών. Κοινώς, στέλνει τον λογαριασμό της ασφάλειας στην Ευρώπη, καθιστώντας την αμερικανική συνδρομή απρόβλεπτη. Η προστασία παύει να είναι δεδομένη και γίνεται επιλεκτική, υπό όρους, ανακλητή. Έτσι, το ΝΑΤΟ παύει να λειτουργεί ως αυτόματος μηχανισμός εμπιστοσύνης, φορτισμένος με μεσσιανικές βεβαιότητες και χιλιαστικές αυταπάτες. Η πίστη σώζει, αλλά ο Trump έδειξε τα όριά της. Το όριο που χωρίζει τους ελεύθερους από τους δούλους, κατά Ηράκλειτο.
Η Ευρώπη γνωρίζει καλά τόσο από πίστη όσο και από ορθολογισμό και δεν στερείται αξιών ή αξιακών συστημάτων. Βρίσκεται, όμως, σε φάση άρνησης της πραγματικότητας. Δεν θέλει να αποδεχθεί ότι η μεταπολεμική εποχή, κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες, μέσω του Σχεδίου Marshall, συνέβαλαν στην επούλωση των πληγών και στον περιορισμό των παθών, έχει ανεπιστρεπτί παρέλθει. Η Ευρώπη αρνείται την ενηλικίωση, που συνεπάγεται αποδοχή κόστους για την ειρήνη, την ανεξαρτησία και τη διατήρηση ενός τρόπου ζωής. Το κόστος δεν μεταφράζεται μόνο σε οικονομικούς όρους, αλλά και σε ευρύτερες κοινωνικές συμπεριφορές και προσδοκίες των πολιτών.
Η πολιτική χωρίς ρίσκο είναι διαχείριση, όχι ισχύς. Κάτι ανάλογο με το σχεδόν αυτοδιοίκητο των επαρχιών της Ρώμης ή των Θεμάτων του Βυζαντίου. Οι τοπικοί άρχοντες λειτουργούσαν ως διαχειριστές εξουσίας εξ ονόματι της Ρώμης. Γνώριζαν ότι, αν αμφισβητούσαν την κεντρική εξουσία, θα πλήρωναν το τίμημα της σύγκρουσης. Σήμερα, από την Ουάσιγκτον, δεν αναζητείται συναίνεση. Αναζητείται Σπάρτακος.
Ως νέος Σαμψών, τυφλός και δέσμιος στον ναό του Δαγών, η Ευρώπη διαθέτει τη δυνατότητα να τραντάξει το παγκόσμιο οικονομικό οικοδόμημα μέσω του λεγόμενου «όπλου των 10 τρις δολαρίων», ήτοι ευρωπαϊκού πλούτου τοποθετημένου σε τίτλους των Ηνωμένων Πολιτειών. Η δυνατότητα αυτή, όμως, δεν είναι δωρεάν. Κάθε απασφάλιση θα προκαλέσει αντίποινα, τα οποία, με τη σειρά τους, απειλούν την ευημερία. Ο Σαμψών απέθανε μετά των αλλοφύλων, συντρίβοντας τους κίονες του ναού. Θα επιδιώξει η Ευρώπη το τέλος του Σαμψών;
Αν η Ευρώπη απασφαλίσει το όπλο, θα διακινδυνεύσει το κράτος πρόνοιας που τη νομιμοποιεί στο εσωτερικό και τη διαφοροποιεί στο εξωτερικό. Αν δεν απασφαλίσει, θα πρέπει να αποδεχθεί ότι δεν είναι γεωπολιτικός δρών. Συνεπώς, δεν θα διαθέτει αυτόνομη ενεργειακή πολιτική, αλλά θα λειτουργεί ως οικονομικός χώρος υπό προστασία. «Πελάτης», όπως θα έλεγε κανείς στην αργκό.
Η κατάσταση θυμίζει το θεωρητικό παίγνιο δειλίας, όπου δύο οχήματα βρίσκονται σε ανταγωνισμό και τροχιά σύγκρουσης. Όποιος στρίψει πρώτος το τιμόνι χάνει. Όποιος επιμένει μεταφέρει το μεγαλύτερο κόστος στον άλλον παίκτη, αλλά στο τέλος και οι δύο χάνουν. Δεν απαιτείται στρατηγική ιδιοφυΐα για να αναγνωρίσει κανείς το πλαίσιο. Αρκεί ένας ψυχρός υπολογισμός του κόστους, τόσο της σύγκρουσης όσο και της υποχώρησης. Στην προκειμένη περίπτωση, το ερώτημα είναι σαφές: ποια συμφέροντα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι διατεθειμένα να εισπράξουν το μεγαλύτερο μερίδιο του κόστους μιας σύγκρουσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες;
Είναι εντυπωσιακό πόσες ομοιότητες μοιράζονται η Γροιλανδία με την Ανατολική Μεσόγειο και τον χώρο της καθ’ ημάς Ανατολής. Τα ορυκτά και ο υποθαλάσσιος πλούτος αποτελούν τα εμφανή ερείσματα κατάκτησης και εκμετάλλευσης. Όμως το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι άλλο από τα θαλάσσια περάσματα. Αυτά έχουν γεωπολιτική αξία. Τα ορυκτά θα πληρώσουν τον λογαριασμό νομής και φύλαξης. Εν ολίγοις, παρά το γεγονός ότι βρίσκονται αντιδιαμετρικά ως προς τον χάρτη των Βρυξελλών, το μοτίβο είναι το ίδιο, όπως και η λογική επίδειξης ισχύος.
Τα δικαιώματα από τα ορυκτά, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο δεν είναι, λοιπόν, μια ακόμη αφορμή πλουτισμού, αλλά ικανή συνθήκη άσκησης ηγεμονικής πολιτικής, οπότε η άμεση αμφισβήτηση των ενεργειακών μεριδίων αγοράς υπερβαίνει τεχνικά ζητήματα μεταφορικών μέσων, όπως πλοία και αυτοκίνητα, και θέτει ζήτημα κυριαρχίας, αφού είναι γνωστό ότι μέσω της ενέργειας ελέγχονται τα κράτη. Γι’ αυτό και ο Πρόεδρος Trump δεν εκλαμβάνει την απανθρακοποίηση της οικονομίας ως τεχνική ή ιδεολογική επίθεση, αλλά ως συστημική και γεωοικονομική απειλή εκ μέρους όχι μόνο της Ευρώπης, αλλά και όλων των λοιπών δρώντων στην παγκόσμια οικονομία.
Η αμερικανική απάντηση στην παραπάνω απειλή αναμένεται αμείλικτη, όπως και η καταστροφή της Καρχηδόνας και η καταστολή της στάσης του Σπάρτακου. Επιπλέον, υπάρχουν αρκετά καλά ερείσματα για αρκετά κράτη να συνταχθούν με την ηγεμονική Αμερική, και ένα από αυτά φαίνεται ότι είναι η Ελλάδα. Η πρόσφατη απόφαση της Ελλάδας να συνταχθεί με τις ΗΠΑ και τη Σαουδική Αραβία κατά της πολιτικής net-zero στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΙΜΟ) είναι τροχιοδεικτική. Δικαίως Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θυμώνουν με την ελληνική κίνηση, που διαβρώνει την ευρωπαϊκή συνοχή εκ των έσω, αλλά δικαίως και η Ελλάδα δεν θέλει τον ρόλο του καρπαζοεισπράκτορα, όπως διδάσκει η εμπειρία της και παρά τη διακηρυχθείσα φιλοευρωπαϊκή ιδεολογική της τοποθέτηση. Ουδείς Έλληνας ξεχνά την υποτιμητική συμπεριφορά ορισμένων ευρωπαϊκών ηγεσιών («πουλήστε νησιά για να ξεχρεώσετε!»), ούτε τη διαχρονική υποκρισία σε θέματα Αιγαίου και Κύπρου («βρείτε τα!»), χωρίς, βέβαια, να παραβλέπεται η θετική συνεισφορά του κοινού ευρωπαϊκού οικοδομήματος στην πρόοδο και την ευημερία των τελευταίων δεκαετιών. Όμως η στάση της Ελλάδας δεν είναι τιμωρητική προς την Ευρώπη, αφού εξυπηρετεί υπέρτερους σκοπούς, όπως η εμφανής κατάδειξη ορίων προς τη Ρωσία και την Τουρκία, που έχουν εργαλειοποιήσει την εγγενή ευρωπαϊκή ανοχή για την επίτευξη ιδίων σκοπών εντός της ευρωπαϊκής κοινωνίας, είτε με πρόσφυγες και πολιτιστική διάβρωση είτε με απειλές και υβριδικές πιέσεις. Η Ελλάδα είναι πολύ μικρή για να είναι παίκτης, αλλά είναι ένα χρήσιμο εργαλείο μόχλευσης ισχύος, που ακυρώνει ρόλους στο σύστημα της Ανατολικής Μεσογείου.
Άρα, οι κρίσεις στη Γροιλανδία, στην Αρκτική και στην Ανατολική Μεσόγειο δεν διαφέρουν και αποτελούν περιοχές έντασης, πολέμου χωρίς παρουσία. Μόνο και μόνο η αβεβαιότητα ενσπείρει πανικό σε όποιους υπνοβατούν ή αρνούνται να ξυπνήσουν. Έτσι, όπως και στην περίπτωση της γλαύκας, το παιχνίδι δεν παίζεται στο έδαφος, αλλά στην επίγνωση και στη δυνατότητα επιλογής. Οι λοιποί ας ψάξουν για άλλοθι μέσα στη σιωπή και στην απόσταση από το πραγματικό γίγνεσθαι. Θα τους ξεχάσει σύντομα η Ιστορία.