Η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από αμερικανικές ειδικές δυνάμεις πριν λίγες μέρες δεν αποτέλεσε απλώς μια κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Αποδείχθηκε κάτι βαθύτερο: ένα σημείο καμπής στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ αντιλαμβάνεται την άσκηση ισχύος. Λίγες ημέρες αργότερα, η επαναφορά, πλέον χωρίς προσχήματα, της ιδέας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να αποκτήσουν τον έλεγχο της Γροιλανδίας, ακόμη και με στρατιωτικά μέσα, μετέτρεψε ένα θεωρητικό σενάριο σε υπαρκτή στρατηγική απειλή για την Ευρώπη.

Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναγκάζονται να εξετάσουν σοβαρά το ενδεχόμενο ότι ο βασικός εγγυητής της ευρωπαϊκής ασφάλειας μπορεί να καταστεί ο ίδιος παράγοντας αποσταθεροποίησης. Η Γροιλανδία δεν είναι απλώς ένα αρκτικό νησί. Είναι το σημείο όπου συγκρούονται η λογική των κανόνων με τη λογική της ισχύος και όπου δοκιμάζεται η ικανότητα της Ευρώπης να λειτουργήσει ως γεωπολιτικός δρων.

Advertisement
Advertisement

Το παρόν άρθρο είναι ένα σενάριο στρατηγικής προσομοίωσης. Τα γεγονότα που περιγράφονται δεν έχουν συμβεί (ακόμα), αλλά βασίζονται σε υπαρκτές τάσεις, δηλώσεις και γεωπολιτικές σταθερές. Πρόκειται για μια απόπειρα να φανταστούμε, ρεαλιστικά, πώς μπορεί να διαμορφωθεί το διεθνές σύστημα εάν η λογική της ισχύος επικρατήσει.  

Η χρήση βίας σίγουρα διεγείρει τις ορμόνες, αλλά σπάνια επιλύει προβλήματα.  Παρ’ όλα αυτά, η ανάληψη δράσης κινητικού/στρατιωτικού χαρακτήρα εξελίσσεται πλέον σε εργαλείο του Τραμπ σχεδόν εξίσου δημοφιλές με τους αγαπημένους του δασμούς.

Από τον κατευνασμό στο σοκ: το χρονικό της κλιμάκωσης

Καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες επεδίωξαν να διαχειριστούν τη δεύτερη θητεία Τραμπ μέσα από μια στρατηγική προσεκτικής προσαρμογής. Όταν ο Αμερικανός πρόεδρος αμφισβήτησε τη χρησιμότητα του ΝΑΤΟ, απαίτησε αύξηση αμυντικών δαπανών έως και 5% του ΑΕΠ ή παρουσίασε διεθνείς συνθήκες ως αναστρέψιμες συμφωνίες, η ευρωπαϊκή απάντηση ήταν πειθαρχημένη. Περισσότερα κονδύλια για την άμυνα, προσεκτική γλώσσα, αποφυγή δημόσιας αντιπαράθεσης.

Επικράτησε η λογική ότι ο κατευνασμός θα απέτρεπε την κλιμάκωση. Όμως το προηγούμενο της Βενεζουέλας διέλυσε αυτή την υπόθεση. Όπως παρατήρησε η Rosa Balfour στο European Council on Foreign Relations, η επιχείρηση στο Καράκας κατέδειξε ότι η διάβρωση της δημοκρατίας στο εσωτερικό και η αποδόμηση της διεθνούς τάξης αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι δηλώσεις για τη Γροιλανδία έπαψαν να αντιμετωπίζονται ως ρητορική υπερβολή. Στις 6 Ιανουαρίου, η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου δήλωσε ότι ο πρόεδρος εξετάζει ένα εύρος επιλογών για την απόκτηση του νησιού και ότι η χρήση στρατιωτικής ισχύος είναι πάντοτε διαθέσιμη στον αρχιστράτηγο. Την επόμενη ημέρα, ο ίδιος ο Τραμπ έγραψε ότι αμφιβάλλει αν το ΝΑΤΟ θα ήταν εκεί για τις ΗΠΑ αν το χρειάζονταν πραγματικά.

Η Γροιλανδία και το ιστορικό βάθος της αμερικανικής επιδίωξης

Η ιδέα της αμερικανικής απόκτησης της Γροιλανδίας δεν είναι καινούργια. Όπως υπενθυμίζει αναλυτικό ιστορικό της Wall Street Journal, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξέτασαν για πρώτη φορά την αγορά του νησιού ήδη το 1867, στο πλαίσιο σχεδίου του τότε υπουργού Εξωτερικών William H. Seward, την ίδια χρονιά που η Ουάσιγκτον αγόρασε την Αλάσκα από τη Ρωσία.

Advertisement

Κατά τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ΗΠΑ ανέλαβαν τον στρατιωτικό έλεγχο της Γροιλανδίας, εγκαθιστώντας στρατεύματα. Το 1946, η Ουάσιγκτον προσέφερε στη Δανία 100 εκατομμύρια δολάρια για την αγορά του νησιού. Η πρόταση απορρίφθηκε. Αντ’ αυτού, το 1951, οι δύο χώρες κατέληξαν σε αμυντική συμφωνία που επέτρεψε μόνιμη αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Γροιλανδία. Η συμφωνία αυτή παραμένει σε ισχύ.

Η ιστορική συνέχεια δείχνει ότι το σημερινό ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον δεν αποτελεί συγκυριακή ιδιοτροπία, αλλά αναβίωση μιας παλιάς στρατηγικής σταθεράς. Η Γροιλανδία αντιμετωπίζεται διαχρονικά ως κρίκος της ατλαντικής και αρκτικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.

Ευρωπαϊκές αντιδράσεις και «κόκκινη γραμμή»: από τη σιωπή σε κοινό μέτωπο

Η αντίδραση υπήρξε άμεση και ασυνήθιστα σκληρή. Η πρωθυπουργός της Δανίας, Mette Frederiksen, προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε αμερικανική στρατιωτική ενέργεια κατά της Γροιλανδίας, εδάφους του Βασιλείου της Δανίας επί περισσότερα από 300 χρόνια, θα σήμαινε ότι «τα πάντα σταματούν», συμπεριλαμβανομένου του ΝΑΤΟ και της αρχιτεκτονικής ασφάλειας που οικοδομήθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Advertisement

Λίγες ώρες αργότερα, οι ηγέτες της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Πολωνίας, της Ισπανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και η ίδια η Frederiksen εξέδωσαν κοινή δήλωση, υπογραμμίζοντας ότι η ασφάλεια της Αρκτικής είναι κομβική για την ευρωπαϊκή και διατλαντική ασφάλεια και ότι το μέλλον της Γροιλανδίας αποτελεί υπόθεση της Δανίας και της Γροιλανδίας και μόνο αυτών.

Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Jean-Noël Barrot συμπύκνωσε το μήνυμα με τον πιο σαφή τρόπο: «Η Γροιλανδία δεν είναι ούτε προς πώληση ούτε προς κατάληψη».

Στη σκανδιναβική περιφέρεια, ο Πρόεδρος της Φινλανδίας Alexander Stubb έστειλε επίσης καθαρό σήμα, δηλώνοντας ότι κανείς δεν αποφασίζει για τη Γροιλανδία και τη Δανία πέρα από τη Γροιλανδία και τη Δανία.

Advertisement

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα τόνισε ότι η Γροιλανδία ανήκει στον λαό της και υπογράμμισε την πλήρη ευρωπαϊκή στήριξη και αλληλεγγύη προς τη Γροιλανδία και τη Δανία.

Στο ίδιο πολιτικό κλίμα, ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας Jens-Frederik Nielsen απέρριψε δημόσια το ενδεχόμενο παραχώρησης ή εξαναγκασμού, δηλώνοντας ότι απειλές, πίεση και συζητήσεις περί προσάρτησης δεν έχουν θέση μεταξύ φίλων και ότι ήρθε η ώρα να τελειώσουν οι φαντασιώσεις περί προσάρτησης.

Η στάση αυτή σηματοδότησε μια ποιοτική αλλαγή. Εκεί όπου οι ευρωπαϊκές αντιδράσεις στη Βενεζουέλα ήταν προσεκτικές και νομικίστικες, στο ζήτημα της Γροιλανδίας υιοθετήθηκε πολιτική γλώσσα ισχύος. Όπως σημείωσε ο Mujtaba Rahman της Eurasia Group, δεν πρόκειται απλώς για κρίση, αλλά για υπαρξιακή δοκιμασία, διότι αυτή τη φορά ο κίνδυνος προέρχεται από τον ίδιο τον εγγυητή της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Advertisement

Γιατί η Γροιλανδία είναι κεντρική και όχι περιφερειακή

Η στρατηγική σημασία της Γροιλανδίας είναι τριπλή.

Advertisement

Πρώτον, στρατιωτική. Το νησί δεσπόζει στο πέρασμα GIUK, το τρίγωνο Γροιλανδίας, Ισλανδίας και Ηνωμένου Βασιλείου, κρίσιμο για την παρακολούθηση ρωσικών υποβρυχίων. Οι εγκαταστάσεις έγκαιρης προειδοποίησης και αντιπυραυλικής άμυνας που λειτουργούν στο Pituffik τροφοδοτούν άμεσα την αμερικανική και νατοϊκή άμυνα.

Δεύτερον, οικονομική. Η Γροιλανδία διαθέτει αποθέματα σπάνιων γαιών και κρίσιμων πρώτων υλών, απαραίτητων για την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. Η Ουάσιγκτον έχει επανειλημμένως υπογραμμίσει ότι η πρόσβαση σε αυτούς τους πόρους αποτελεί ζήτημα εθνικής ασφάλειας.

Τρίτον, γεωπολιτική. Η τήξη των πάγων ανοίγει νέες θαλάσσιες οδούς, καθιστώντας την Αρκτική πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας και Κίνας. Όπως σημειώνει το Chatham House, η Αρκτική μετατρέπεται από περιφέρεια σε κεντρικό θέατρο στρατηγικής αντιπαράθεσης.

Advertisement

Η λογική των σφαιρών επιρροής και το «Donroe doctrine»

Η συζήτηση για τη Γροιλανδία εντάσσεται σε μια ευρύτερη μετατόπιση του διεθνούς συστήματος. Η κυβέρνηση Τραμπ υιοθετεί ανοιχτά μια αναθεωρημένη εκδοχή του Δόγματος Μονρόε, σύμφωνα με την οποία ο δυτικός ημισφαίριος και κρίσιμες γεωστρατηγικές περιοχές θεωρούνται χώροι νόμιμης αμερικανικής δράσης, ανεξαρτήτως διεθνούς δικαίου.

Ο υπουργός Εξωτερικών Marco Rubio δήλωσε στο Κογκρέσο ότι η κυβέρνηση επιδιώκει την αγορά της Γροιλανδίας και όχι την κατάληψή της, αποφεύγοντας ωστόσο να αποκλείσει ρητά τη χρήση βίας. Παράλληλα, ο Stephen Miller, από τους στενότερους συνεργάτες του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, δήλωσε ότι κανείς δεν θα πολεμήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη Γροιλανδία, υπονοώντας ότι το κόστος αντίστασης είναι απαγορευτικό.

ΝΑΤΟ: το θεσμικό παράδοξο

Η κρίση ανέδειξε ένα θεμελιώδες θεσμικό κενό. Το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ δεν έχει σχεδιαστεί για σενάριο στο οποίο ένα κράτος-μέλος απειλεί την εδαφική ακεραιότητα άλλου κράτους-μέλους. Η ομοφωνία που απαιτείται για τη συλλογική άμυνα καθίσταται άνευ αντικειμένου όταν ο υποτιθέμενος επιτιθέμενος είναι το ισχυρότερο μέλος της Συμμαχίας.

Ο Matthew Whitaker, Μόνιμος Αντιπρόσωπος των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, επιχείρησε να υποβαθμίσει τις ανησυχίες, λέγοντας ότι η Γροιλανδία αποτελεί σοβαρό ζήτημα ασφάλειας για τις ΗΠΑ, αλλά ότι η λύση θα βρεθεί σε συνεργασία με τους συμμάχους. Ωστόσο, οι αντικρουόμενες δηλώσεις από τον Λευκό Οίκο έχουν ήδη διαβρώσει την εμπιστοσύνη.

Οι επιλογές της Ουάσιγκτον και τα αδιέξοδά τους

Αναλύσεις στη Wall Street Journal, τη Washington Post και το Politico Europe συγκλίνουν ότι η Ουάσιγκτον διαθέτει τρεις θεωρητικές επιλογές.

Πρώτον, την αγορά, πολιτικά σχεδόν αδύνατη, καθώς απαιτεί δημοψήφισμα στη Γροιλανδία.

Δεύτερον, την πίεση και τη συναλλαγή, μέσω επενδύσεων, ασφάλειας και πρόσβασης σε ορυκτά, με αβέβαιη κοινωνική νομιμοποίηση.

Τρίτον, τη στρατιωτική επιβολή, επιχειρησιακά εφικτή αλλά στρατηγικά καταστροφική.

Κάθε επιλογή συνεπάγεται υψηλό κόστος, είτε οικονομικό, είτε πολιτικό, είτε θεσμικό.

Η κρίση της Γροιλανδίας και τα όρια της συλλογικής άμυνας

Η κρίση της Γροιλανδίας εξελίσσεται στη σοβαρότερη πρόκληση που έχει αντιμετωπίσει ποτέ το ΝΑΤΟ. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Συμμαχίας, η πιθανότητα μιας στρατιωτικής ενέργειας των Ηνωμένων Πολιτειών κατά του εδάφους ενός ιδρυτικού κράτους-μέλους – της Δανίας – δεν αποτελεί απλώς θεωρητική ανησυχία, αλλά ρεαλιστικό ενδεχόμενο. Μια τέτοια ενέργεια δεν θα σήμαινε απλώς την κατάλυση του Άρθρου 5, θα υπονόμευε την ίδια τη θεμελιώδη αρχή της συλλογικής άμυνας και θα εξέθετε την αδυναμία της Συμμαχίας να προστατεύσει τους στενότερους συμμάχους της απέναντι σε αναθεωρητικές πρακτικές, ακόμη και όταν αυτές προέρχονται εκ των έσω.

Η Ευρώπη, μαζί με τον Καναδά και τους υπόλοιπους θεσμικούς πυλώνες της διατλαντικής κοινότητας, οφείλει να δράσει άμεσα. Όχι μόνο για να υπερασπιστεί την κυριαρχία της Γροιλανδίας και το διεθνές δίκαιο, αλλά για να αποτρέψει ένα ιστορικό σημείο μη επιστροφής: τη σταδιακή αποσύνθεση της πιο επιτυχημένης αμυντικής συμμαχίας της μεταπολεμικής εποχής.

Η επίκληση της «εθνικής ασφάλειας» από την Ουάσινγκτον για τη μονομερή διεκδίκηση ευρωπαϊκού εδάφους συνιστά μείζονα παραβίαση του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και των αρχών πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε το ΝΑΤΟ. Δεν μπορεί να υπάρξει στρατηγική σταθερότητα μεταξύ συμμάχων όταν η χρήση βίας ή η απειλή της προέρχεται από το ισχυρότερο μέλος της συμμαχίας. Όπως προειδοποίησε πρόσφατα ο Υπουργός Εξωτερικών της Νορβηγίας, «Η ιδέα του ΝΑΤΟ θα καταρρεύσει, αν οι Ηνωμένες Πολιτείες πάρουν τη Γροιλανδία».

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ευρωπαϊκή απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται στη ρητορική αποδοκιμασία. Χρειάζεται στρατιωτική ετοιμότητα, διπλωματική κινητοποίηση, ενεργοποίηση των ευρωπαϊκών θεσμών ασφάλειας και επικοινωνία με τα σημεία-κλειδιά της αμερικανικής πολιτικής σκηνής, από το Κογκρέσο και τα think tanks μέχρι τα διεθνή φόρα. Η επίμονη υπενθύμιση ότι η επιβίωση του ΝΑΤΟ εξυπηρετεί πρωτίστως τα ίδια τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ, όπως ρητά διατυπώνεται στην πρόσφατη Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας, μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός αποκλιμάκωσης.

Σε αυτό το περιβάλλον, το κρίσιμο διακύβευμα για την Ευρώπη είναι να αναγνωρίσει πρώτα απ’ όλα αυτό που ήδη είναι: μια σφαίρα επιρροής, όχι όμως μιας αυτοκρατορικής ισχύος, αλλά κανόνων, δικαίου και θεσμών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση συγκροτεί έναν πολιτικό χώρο που έλκει κράτη, κοινωνίες και αγορές ακριβώς επειδή προσφέρει σταθερότητα, δικαιώματα και προβλεψιμότητα. Αν επιτρέψει αυτή η σφαίρα να διαμορφώνεται από τρίτους, από τη λογική των συμφωνιών ισχύος ή από αναθεωρητικές αφηγήσεις, θα έχει απεμπολήσει την ίδια της την κυριαρχία. Η υπεράσπιση του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, της εδαφικής ακεραιότητας και της δημοκρατικής νομιμοποίησης δεν είναι ιδεολογική εμμονή αλλά όρος επιβίωσης της ευρωπαϊκής σφαίρας επιρροής.