Οι πρόσφατες παγκόσμιες εξελίξεις καταδεικνύουν με τον πιο έντονο τρόπο ότι η εθνική ανεξαρτησία δεν περιορίζεται στην εδαφική κυριαρχία, αλλά συνδέεται άμεσα με την επάρκεια και τη διαχείριση των φυσικών πόρων, καθώς και με την κοινωνική ανάπτυξη. Εδώ αναδεικνύεται ο καθοριστικός ρόλος της βιώσιμης ανάπτυξης: οφείλει να περιορίζει τις εξωτερικές εξαρτήσεις που υπονομεύουν την εθνική κυριαρχία και να διασφαλίζει ότι τα οφέλη της φτάνουν στην κοινωνία, ενισχύοντας την κοινωνική συνοχή και την εσωτερική σταθερότητα.
Ως προς το πρώτο σκέλος, η ενεργειακή εξάρτηση επηρεάζει την εθνική μας ανεξαρτησία, ενώ ο βαθμός ευαλωτότητάς μας σε εξωτερικές πιέσεις διαμορφώνει τη γεωπολιτική ισχύ της χώρας. Η ενίσχυση της ενεργειακής μας αυτονομίας, μέσα από τη βιώσιμη αξιοποίηση των εγχώριων φυσικών πόρων, είναι καθοριστική για την ανθεκτικότητά μας απέναντι στις διεθνείς κρίσεις και τις πολεμικές συγκρούσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ενεργειακές εξαρτήσεις από χώρες όπως η Ρωσία και το Ιράν. Οι εξαρτήσεις αυτές αναδεικνύουν πόσο εύθραυστη μπορεί να αποδειχθεί η ενεργειακή ασφάλεια όταν διαταράσσονται οι διεθνείς σχέσεις, ακόμη και χωρίς άμεση πολεμική εμπλοκή της ίδιας της χώρας.
Στην ίδια συζήτηση εντάσσεται και το νερό, η επάρκεια του οποίου αναδεικνύεται σε κρίσιμο ζήτημα για το μέλλον. Η αυξανόμενη πίεση στους υδατικούς πόρους μπορεί να οξύνει τις διεθνείς εντάσεις και να δημιουργήσει νέες εστίες κρίσεων. Υπό την επίδραση της κλιματικής αλλαγής, η ενεργειακή και η υδατική ασφάλεια θα επηρεάζουν ολοένα περισσότερο την εθνική μας κυριαρχία. Είναι, επομένως, αναγκαίο να επιταχυνθούν οι πολιτικές και τα έργα βιώσιμης ανάπτυξης που ενισχύουν την ενεργειακή αυτονομία και την ορθολογική διαχείριση του νερού.
Το δεύτερο σκέλος αφορά την κοινωνία, η οποία αντιμετωπίζει τόσο τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής όσο και τη δυσκολία να διαπιστώσει απτά οφέλη από τα έργα βιώσιμης ανάπτυξης στην καθημερινότητά της. Αν θέλουμε να διασφαλίσουμε την εθνική μας κυριαρχία, χρειαζόμαστε μια ισχυρή κοινωνία. Η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής τροφίμων και της επισιτιστικής αυτάρκειας μπορεί να στηρίξει την ελληνική οικονομία και να θωρακίσει την επισιτιστική ασφάλεια, περιορίζοντας τις εξωτερικές εξαρτήσεις.
Παράλληλα, ένα μοντέλο ανάπτυξης που δεν συμβάλλει ουσιαστικά στην αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος δεν μπορεί να θεωρείται βιώσιμο σε βάθος χρόνου. Μια περιορισμένη επιδοματική πολιτική δεν αρκεί για να αναστρέψει τη δημογραφική συρρίκνωση και να στηρίξει την απόφαση των νέων ανθρώπων να αποκτήσουν παιδιά. Απαιτούνται μια εύρωστη κοινωνία, βιώσιμες υποδομές και σταθερές προοπτικές εργασίας για τη νέα γενιά. Κανένας μεμονωμένος «κουμπαράς» δεν μπορεί να υποκαταστήσει μια ολοκληρωμένη πολιτική για το δημογραφικό. Η συνεχιζόμενη μείωση του νεανικού πληθυσμού θέτει σε κίνδυνο τη μελλοντική δυνατότητα της χώρας να στηρίζει την οικονομία της, να διατηρεί την κοινωνική της συνοχή και να υπερασπίζεται την ανεξαρτησία της.
Ας αναλογιστούμε τι θα σήμαινε για τη χώρα μας ένα μέλλον με λιγότερους νέους ανθρώπους, τρόφιμα με δελτίο, νερό με το σταγονόμετρο και ανεπαρκή ενεργειακή αυτονομία. Η βιώσιμη ανάπτυξη μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό εργαλείο ενίσχυσης της εθνικής κυριαρχίας. Ωστόσο, τα μέτρα που λαμβάνονται δεν ανταποκρίνονται στην κλίμακα των προκλήσεων. Χρειάζεται αλλαγή πορείας, με συνεκτικό σχεδιασμό και έγκαιρη υλοποίηση πολιτικών που συνδέουν την επάρκεια των πόρων με την κοινωνική ευημερία. Όσο οι κίνδυνοι του μέλλοντος μετατρέπονται σε πιέσεις του παρόντος, η προστασία της εθνικής μας κυριαρχίας απαιτεί άμεσες και ουσιαστικές παρεμβάσεις.