Η επίσκεψη του Αμερικανού Προέδρου Ντ. Τραμπ στο Πεκίνο αυτή την εβδομάδα, αντανακλά την ουσιαστική αλλαγή στις σχέσεις των δύο δυνάμεων που καθορίζουν ολόκληρο το διεθνές σύστημα. Πλέον, ο ανταγωνισμός των δύο δυνάμεων σε οικονομικό επίπεδο δεν περιορίζεται μονάχα στους δασμούς, τα εμπορικά ελλείμματα ή την πρόσβαση στις διεθνείς αγορές. Αφορά όλο και περισσότερο τον έλεγχο των βασικών πυλώνων της μελλοντικής ισχύος: την τεχνητή νοημοσύνη, τους ημιαγωγούς, τις σπάνιες γαίες, την προηγμένη μεταποίηση και τις αλυσίδες εφοδιασμού.

Οι συνομιλίες των δύο ηγετών κάλυψαν το μεταξύ τους εμπόριο, την Ταϊβάν, το Ιράν, την τεχνητή νοημοσύνη και το συνολικό πλαίσιο των διμερών σχέσεων. Δεν επρόκειτο, δηλαδή, απλώς για μια προσπάθεια αποκλιμάκωσης των εμπορικών εντάσεων αλλά για μια συνολικότερη διευθέτηση των μεταξύ τους σχέσεων. Σύμφωνα με το Reuters, ο Σι προειδοποίησε την Ουάσιγκτον ότι ένας λανθασμένος χειρισμός του ζητήματος της Ταϊβάν θα μπορούσε να επιδεινώσει σημαντικά τις διμερείς σχέσεις. Μετά τη σύνοδο, Αμερικανοί αξιωματούχοι δήλωσαν ότι η πολιτική της Ουάσιγκτον για την Ταϊβάν παραμένει αμετάβλητη κάτι που δείχνει ότι η συνάντηση μπορεί να μείωσε προσωρινά τη διπλωματική ένταση, αλλά δεν άλλαξε τη βαθύτερη στρατηγική διαφωνία.

Advertisement
Advertisement

Ο Πρόεδρος Σι μίλησε για μια «νέα τοποθέτηση» στη σχέση των δύο χωρών, δείχνοντας την επιθυμία του Πεκίνου να παρουσιάσει τον ανταγωνισμό με πιο σταθερούς και διαχειρίσιμους όρους. Ειδικότερα, ο Κινέζος Πρόεδρος υποστήριξε ότι οι δύο δυνάμεις πρέπει να ξεπεράσουν την «Παγίδα του Θουκυδίδη», μια έννοια που έγινε ευρύτερα γνωστή από τον καθηγητή του Χάρβαρντ, Graham Allison, για να περιγράψει τον κίνδυνο σύγκρουσης όταν μια ανερχόμενη δύναμη αμφισβητεί μια ήδη εδραιωμένη. Να σημειώσουμε εδώ πως ο Allison άντλησε την ιδέα από τον αρχαίο Έλληνα ιστορικό Θουκυδίδη, ο οποίος έγραψε ότι η άνοδος της Αθήνας και ο φόβος που αυτή προκάλεσε στη Σπάρτη συνέβαλαν στο να γίνει ο πόλεμος πιο πιθανός. Ωστόσο, η έννοια δεν σημαίνει ότι ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος όμως δείχνει πώς ο φόβος, κι ένας λάθος υπολογισμός μπορούν να μετατρέψουν τον ανταγωνισμό σε σύγκρουση, όταν οι μεγάλες δυνάμεις αποτυγχάνουν να διαχειριστούν τη μεταξύ τους αντιπαλότητα.

Οι ΗΠΑ και η Κίνα δεν ανταγωνίζονται πλέον μόνο για το εμπόριο αλλά επιδιώκουν να καθορίσουν την αρχιτεκτονική της νέας παγκόσμιας οικονομίας. Από την πλευρά του Πεκίνου, το μήνυμα είναι σαφές: η Κίνα θέλει να αντιμετωπίζεται ως ισότιμη δύναμη στη διαχείριση των διεθνών υποθέσεων με τις ΗΠΑ.

Το πρώτο επίπεδο αυτού του ανταγωνισμού είναι οι δασμοί. Οι ΗΠΑ τους χρησιμοποιούν απέναντι στην Κίνα ήδη από την πρώτη θητεία Τραμπ, αλλά πλέον ο ρόλος τους έχει αλλάξει, καθώς λειτουργούν πλέον ως μέρος της αμερικανικής βιομηχανικής πολιτικής. Η Ουάσιγκτον τους αξιοποιεί για να περιορίσει την κινεζική διείσδυση σε στρατηγικούς τομείς, ενώ παράλληλα προσπαθεί να δώσει χρόνο στις αμερικανικές και συμμαχικές βιομηχανίες να αυξήσουν την παραγωγική τους ικανότητα.

Ωστόσο, οι δασμοί από μόνοι τους δεν μπορούν να καθορίσουν τον ανταγωνισμό αφού το Πεκίνο προσαρμόστηκε, ανακατευθύνοντας εμπορικές ροές, εμβαθύνοντας τις σχέσεις του με άλλες αγορές και αξιοποιώντας την τεράστια κλίμακα της βιομηχανικής του βάσης. Γι’ αυτό και οι έλεγχοι εξαγωγών έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία. Οι δασμοί κάνουν το εμπόριο ακριβότερο, ενώ οι έλεγχοι εξαγωγών προσπαθούν να εμποδίσουν συγκεκριμένες τεχνολογίες να φτάσουν σε στρατηγικούς ανταγωνιστές.

Στο πλαίσιο του εμπορικού ανταγωνισμού των δύο δυνάμεων, θα σημειώσουμε πως η Ουάσιγκτον δεν προσπαθεί να διακόψει όλο το εμπόριο με το Πεκίνο αλλά επιδιώκει να χαράξει μια γραμμή γύρω από τις τεχνολογίες που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη στρατιωτική ισχύ της Κίνας, τις δυνατότητες επιτήρησης ή την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. Πρόκειται για επιλεκτική αποσύνδεση, όχι για πλήρη οικονομικό διαχωρισμό. Το Πεκίνο, από την πλευρά του, διαθέτει δικά του εργαλεία. Η ισχύς της Κίνας δεν βρίσκεται μόνο στο μέγεθος της αγοράς της, αλλά και στη θέση της μέσα σε κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού με τις σπάνιες γαίες το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Οι σπάνιες γαίες (rare earths) βρέθηκαν ξανά στο επίκεντρο των συνομιλιών Τραμπ-Σι. Πριν από τη σύνοδο, έγκυρες αναφορές υποστήριξαν πως οι δύο πλευρές εξέταζαν την παράταση μιας προσωρινής εκεχειρίας για τις σπάνιες γαίες, ενώ οι κινεζικές εξαγωγές βαρέων σπάνιων γαιών παρέμεναν έντονα περιορισμένες, με τις ΗΠΑ, τη Γερμανία και την Ιαπωνία να βρίσκονται ανάμεσα στις περισσότερο επηρεασμένες χώρες.

Advertisement

Αυτή είναι η άλλη πλευρά της οικονομικής αντιπαλότητας με την μεν Ουάσιγκτον να ελέγχει κρίσιμα τμήματα της αλυσίδας υψηλής τεχνολογίας, ενώ το Πεκίνο ελέγχει κρίσιμα τμήματα της αλυσίδας υλικών και μεταποίησης. Και οι δύο πλευρές έχουν τρωτά σημεία, αλλά και οι δύο διεθέτουν μέτρα πίεσης. Γι’ αυτό οι αλυσίδες εφοδιασμού αποτελούν το τρίτο και σημαντικότερο επίπεδο του ανταγωνισμού. Για δεκαετίες, η παγκοσμιοποίηση βασίστηκε στην αποδοτικότητα καθώς οι μεγάλες εταιρείες αναζητούσαν χαμηλότερο κόστος, ταχύτερη παραγωγή και μεγαλύτερες αγορές. Η Κίνα έγινε το κέντρο της παγκόσμιας μεταποίησης επειδή προσέφερε κλίμακα, υποδομές, εργατικό δυναμικό και βαθιά δίκτυα προμηθευτών.

Η νέα εποχή, όμως, αφορά κυρίως την ανθεκτικότητα και την ασφάλεια. Το βασικό ερώτημα για τις πολυεθνικές εταιρείες και τις κυβερνήσεις σήμερα είναι αν μια αλυσίδα εφοδιασμού μπορεί να αντέξει δασμούς, κυρώσεις, ελέγχους εξαγωγών, στρατιωτική κρίση, πολιτική πίεση ή μια ξαφνική ρυθμιστική απόφαση. Γι’ αυτό οι ημιαγωγοί, οι μπαταρίες, οι σπάνιες γαίες, τα φαρμακευτικά προϊόντα, τα UAVs, ο τηλεπικοινωνιακός εξοπλισμός, η ναυπηγική, η ενεργειακή τεχνολογία και οι υποδομές AI αντιμετωπίζονται πλέον ως εργαλεία εθνικής ισχύος. Όποιος ελέγχει την παραγωγή, τις πρώτες ύλες, τα πρότυπα και τα σημεία συμφόρησης αποκτά επιρροή πάνω στο ευρύτερο διεθνές σύστημα.

Η Σύνοδος είχε μερικά περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα όχι όμως αρκετά για μια στρατηγική επανεκκίνηση. Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος των ΗΠΑ, Jamieson Greer, δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον αναμένει από την Κίνα να δεσμευθεί σε αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων ύψους «δεκάδων δισεκατομμυρίων» δολαρίων ετησίως για τα επόμενα τρία χρόνια, ενώ ο Πρόεδρος Τραμπ δήλωσε ότι η Κίνα συμφώνησε να αγοράσει 200 αεροσκάφη Boeing. Τα παραπάνω συνιστούν σημαντικά εμπορικά ανοίγματα εντούτοις δεν μπορούν να λύσουν τις βαθύτερες διαφορές γύρω από τους δασμούς, τους ελέγχους εξαγωγών, τις σπάνιες γαίες, τα AI chips και ειδικά την Ταϊβάν.

Advertisement

Η έλλειψη εμπιστοσύνης κυριαρχεί και στις δύο πλευρές καθώς στην Ουάσιγκτον, η καχυποψία απέναντι στην Κίνα είναι πλέον διακομματική, ενώ στο Πεκίνο, η ηγεσία του Σι έχει εδώ και χρόνια δώσει έμφαση στην αυτάρκεια, την τεχνολογική αναβάθμιση και την αντίσταση σε ξένες πιέσεις. Καμία πλευρά δεν μπορεί εύκολα να επιστρέψει στο παλιό μοντέλο της βαθιάς οικονομικής ολοκλήρωσης χωρίς στρατηγικούς περιορισμούς.

Το αποτέλεσμα είναι μια διαχειριζόμενη μεν αλλά περισσότερο ανταγωνιστική μορφή αλληλεξάρτησης. Οι ΗΠΑ και η Κίνα θα συνεχίσουν να εμπορεύονται μεταξύ τους, όμως, οι πιο ευαίσθητοι τομείς θα περνούν όλο και περισσότερο μέσα από φίλτρα εθνικής ασφάλειας, κανόνες αδειοδότησης, περιορισμούς επενδύσεων, βιομηχανικές επιδοτήσεις και πολιτική διαπραγμάτευση.

Για όλους τους υπόλοιπους, αυτή η εξέλιξη δημιουργεί προβλήματα. Δυτικοί σύμμαχοι επηρεάζονται άμεσα επειδή βρίσκονται μέσα σε αλυσίδες εφοδιασμού που αφορούν ημιαγωγούς, μηχανήματα, αυτοκινητοβιομηχανία και σπάνιες γαίες. Οι αναδυόμενες οικονομίες μπορεί να ωφεληθούν από τη διαφοροποίηση των αλυσίδων εφοδιασμού, αλλά μπορεί επίσης να δεχθούν πίεση να ευθυγραμμιστούν με τους κανόνες της μίας ή της άλλης πλευράς. Οι εταιρείες θα πρέπει να διαχειριστούν τον κίνδυνο συμμόρφωσης μέσα σε επικαλυπτόμενα αμερικανικά, κινεζικά και συμμαχικά ρυθμιστικά πλαίσια.

Advertisement

Συμπερασματικά, ο οικονομικός ανταγωνισμός ΗΠΑ- Κίνας έχει ήδη εισέλθει σε μια περισσότερο σύνθετη φάση. Ενώ οι δασμοί έχουν ακόμα σημασία δεν αποτελούν το κύριο εργαλείο. Οι έλεγχοι εξαγωγών, οι σπάνιες γαίες, το ΑΙ και η ανθεκτικότητα των αλυσίδων εφοδιασμού βρίσκονται πλέον στο κέντρο της αντιπαλότητας. Η επίσκεψη του Προέδρου Τραμπ στο Πεκίνο μπορεί να σταθεροποίησε προσωρινά τη σχέση και να παρήγαγε περιορισμένες οικονομικές συμφωνίες αλλά η γενικότερη κατεύθυνση δεν άλλαξε. Οι δυο υπερδυνάμεις δεν επέστρεψαν σε μια προηγούμενη μορφή παγκοσμιοποίησης αλλά κινούνται σε μια νέα εποχή όπου το παγκόσμιο εμπόριο συνεχίζεται αλλά η εμπιστοσύνη μειώνεται. Στον κόσμο αυτόν η οικονομική πολιτική μετατρέπεται σε ένα από τα βασικά εργαλεία της γεωπολιτικής ισχύος, ενώ η Κίνα επιδιώκει πλέον να αντιμετωπίζεται ως ισότιμος πόλος ισχύος απέναντι στις ΗΠΑ.

Ο Θεμιστοκλής Ζανίδης είναι γεωπολιτικός αναλυτής και ιδρυτής του GeoSec Insights, με έδρα τη Νέα Υόρκη. Το έργο του επικεντρώνεται στη διεθνή ασφάλεια, τον στρατηγικό ανταγωνισμό και τις μεταβολές της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος.

Advertisement