Η συζήτηση για το μέλλον των θαλασσών δεν μπορεί πλέον να διεξάγεται με όρους νοσταλγίας ή γενικών περιβαλλοντικών διακηρύξεων. Βρισκόμαστε ενώπιον μιας δομικής μετάβασης στο παγκόσμιο σύστημα παραγωγής τροφίμων, όπου η δημογραφική αύξηση, η μεταβολή των καταναλωτικών προτύπων και η κλιματική αβεβαιότητα επανακαθορίζουν τις παραμέτρους της διατροφικής ασφάλειας. Η θαλάσσια πρωτεΐνη αποτελεί κρίσιμο συστατικό της παγκόσμιας διατροφής. Ωστόσο, τα οικολογικά όρια των άγριων ιχθυαποθεμάτων είναι πλέον σαφή. Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι εάν επιθυμούμε να προστατεύσουμε τη θάλασσα είναι με ποιον τρόπο θα διασφαλίσουμε την ταυτόχρονη προστασία της και την επάρκεια τροφής.

Οι διαθέσιμες διεθνείς αξιολογήσεις καταδεικνύουν ότι σημαντικό ποσοστό των παγκόσμιων ιχθυαποθεμάτων βρίσκεται σε κατάσταση βιολογικής υπερεκμετάλλευσης, ενώ η πλειονότητα των υπολοίπων αξιοποιείται στο ανώτατο βιώσιμο επίπεδο. Η παγκόσμια αλιευτική παραγωγή έχει ουσιαστικά σταθεροποιηθεί τις τελευταίες δεκαετίες, παρά την τεχνολογική πρόοδο και την εντατικοποίηση της προσπάθειας. Πρόκειται για σύμπτωση ή για ένδειξη ότι το εξορυκτικό μοντέλο προσέγγισε τα οικολογικά του όρια; Μπορεί ένα σύστημα που βασίζεται αποκλειστικά στην αφαίρεση βιομάζας από άγριους πληθυσμούς να ανταποκριθεί σε αυξανόμενη ζήτηση, όταν οι ίδιοι οι πληθυσμοί επηρεάζονται από την κλιματική μεταβλητότητα και τη μετατόπιση τροφικών πλεγμάτων;

Advertisement
Advertisement

Η έννοια της Μέγιστης Βιώσιμης Απόδοσης, κεντρική στη διαχείριση της αλιείας επί δεκαετίες, προϋποθέτει σχετική σταθερότητα οικολογικών παραμέτρων. Σήμερα, όμως, οι παράμετροι αυτές μεταβάλλονται. Η αύξηση της θερμοκρασίας των υδάτων επηρεάζει ρυθμούς ανάπτυξης, αναπαραγωγική επιτυχία και γεωγραφική κατανομή ειδών. Η οξίνιση των ωκεανών επηρεάζει ασπόνδυλα και τροφικές βάσεις. Η αβεβαιότητα καθίσταται δομικό χαρακτηριστικό του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Υπό αυτές τις συνθήκες, η μονομερής εξάρτηση από την άγρια αλιεία δεν συνιστά στρατηγική πρόβλεψης συνιστά διαχείριση ρίσκου με περιορισμένα εργαλεία.

Η υδατοκαλλιέργεια αναδύεται διεθνώς ως η θεσμική απάντηση σε αυτό το αδιέξοδο. Δεν πρόκειται για ιδεολογική επιλογή ούτε για υποκατάστατο της αλιευτικής παράδοσης. Πρόκειται για μετατόπιση από την εξόρυξη προς τη διαχειριζόμενη παραγωγή. Σε ελεγχόμενα συστήματα, η βιομάζα δεν αφαιρείται από φυσικούς πληθυσμούς, αλλά παράγεται με σχεδιασμό, επιστημονική παρακολούθηση και ρυθμιστικό πλαίσιο. Η παραγωγή καθίσταται προβλέψιμη, ποσοτικά και ποιοτικά. Μπορεί να αγνοηθεί αυτή η δυνατότητα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης δημογραφικής πίεσης;

Η βιολογική αποδοτικότητα των ιχθύων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα. Ο δείκτης μετατρεψιμότητας τροφής (feed conversion ratio) για πολλά εκτρεφόμενα θαλάσσια είδη κυμαίνεται σε επίπεδα που προσεγγίζουν ή και υπολείπονται του 1,5:1, τιμές αισθητά χαμηλότερες από εκείνες πολλών χερσαίων ζωικών παραγωγών. Η απουσία εκπομπών μεθανίου, η περιορισμένη χρήση γης και οι σχετικά χαμηλές απαιτήσεις γλυκού νερού καθιστούν την υδατοκαλλιέργεια συγκριτικά αποδοτική στο πλαίσιο της κλιματικής πολιτικής. Είναι δυνατόν να αναζητούμε τρόπους μείωσης του ανθρακικού αποτυπώματος και να παραγνωρίζουμε ένα παραγωγικό σύστημα με τέτοια χαρακτηριστικά;

Ασφαλώς, η υδατοκαλλιέργεια δεν στερείται προκλήσεων. Η τοπική επιβάρυνση του βενθικού περιβάλλοντος, η διαχείριση αποβλήτων, η αλληλεπίδραση με άγριους πληθυσμούς και η σύνθεση των ιχθυοτροφών αποτελούν αντικείμενα συνεχούς επιστημονικής διερεύνησης. Ωστόσο, η τεχνολογική καινοτομία των τελευταίων δεκαετιών έχει επιφέρει ουσιώδεις βελτιώσεις. Η συμμετοχή πρώτων υλών προερχόμενων από άγρια αλιεία στις ιχθυοτροφές έχει μειωθεί σημαντικά, με την αξιοποίηση φυτικών πρωτεϊνών, εντομοπρωτεΐνης και μικροαλγών. Παράλληλα, συστήματα περιβαλλοντικής παρακολούθησης επιτρέπουν την εκτίμηση της φέρουσας ικανότητας και την προσαρμογή της παραγωγής σε πραγματικό χρόνο. Η σύγχρονη προσέγγιση δεν είναι επέκταση άνευ ορίων, αλλά ενσωμάτωση οικολογικών περιορισμών στον σχεδιασμό.

Στην Ελλάδα, η υδατοκαλλιέργεια έχει αναπτυχθεί σε ένα σύνθετο γεωμορφολογικό και υδροδυναμικό περιβάλλον, υπό αυστηρό ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο. Η παραγωγή μεσογειακών ειδών έχει καταστήσει τη χώρα σημαντικό εξαγωγέα θαλάσσιας πρωτεΐνης. Πέραν της οικονομικής διάστασης, ο κλάδος συμβάλλει στη διατήρηση παραγωγικής δραστηριότητας σε νησιωτικές και παράκτιες περιοχές, όπου οι εναλλακτικές ευκαιρίες είναι περιορισμένες. Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο το περιβάλλον, αλλά και τη χωρική συνοχή και τη διατροφική κυριαρχία. Μπορεί μια χώρα με εκτεταμένη ακτογραμμή να μην εντάξει τη διαχειριζόμενη θαλάσσια παραγωγή στον μακροπρόθεσμο στρατηγικό της σχεδιασμό;

Η απάντηση, βεβαίως, δεν είναι άκριτη αποδοχή ούτε άνευ όρων επέκταση. Απαιτείται θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός, διαφανής δημοσιοποίηση περιβαλλοντικών δεδομένων, επένδυση στην έρευνα και ουσιαστικός διάλογος με τις τοπικές κοινωνίες. Η κοινωνική νομιμοποίηση δεν επιβάλλεται οικοδομείται. Όμως η απόλυτη άρνηση συνιστά επίσης επιλογή και μάλιστα επιλογή με συνέπειες. Εάν περιορίσουμε τη διαχειριζόμενη παραγωγή, ποια θα είναι η εναλλακτική; Η αύξηση εισαγωγών από περιοχές με χαμηλότερα περιβαλλοντικά πρότυπα; Η εντατικοποίηση της πίεσης στα ήδη επιβαρυμένα άγρια αποθέματα;

Η υδατοκαλλιέργεια, σε παγκόσμιο επίπεδο, αποτελεί ήδη τον ταχύτερα αναπτυσσόμενο τομέα ζωικής πρωτεΐνης και καλύπτει ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης ιχθυηρών. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι συγκυριακή. Αντανακλά τη δομική ανάγκη μετάβασης σε συστήματα προβλέψιμης, ελεγχόμενης παραγωγής. Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «φύση ή παραγωγή». Είναι «ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση ή θεσμική διαχείριση».

Εάν αποδεχθούμε ότι τα οικολογικά όρια είναι υπαρκτά και ότι η διατροφική ζήτηση δεν πρόκειται να μειωθεί δραστικά στο προβλέψιμο μέλλον, τότε η υδατοκαλλιέργεια δεν εμφανίζεται ως περιθωριακή δραστηριότητα, αλλά ως αναγκαίο εργαλείο ισορροπίας. Η πρόκληση του 21ου αιώνα δεν είναι η επιστροφή σε ένα παρελθόν αφθονίας που ενδεχομένως δεν υπήρξε ποτέ με τους σημερινούς πληθυσμούς. Είναι η συγκρότηση ενός παραγωγικού μοντέλου που συνδυάζει επιστημονική γνώση, θεσμική εποπτεία και περιβαλλοντική υπευθυνότητα. Η θάλασσα δεν μπορεί να παραμείνει αντικείμενο μόνο εκμετάλλευσης ή μόνο εξιδανίκευσης. Οφείλει να γίνει αντικείμενο ορθολογικής διαχείρισης. Και σε αυτή τη διαχείριση, η υδατοκαλλιέργεια  όταν εφαρμόζεται με επιστημονική αυστηρότητα  δεν αποτελεί απειλή, αλλά αναγκαία συνιστώσα ενός βιώσιμου μέλλοντος.