Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς

*

Advertisement
Advertisement

Η κρίση των Ιμίων του 1996, αποτελεί καμπή στη σύγχρονη στρατηγική αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας. Δεν υπήρξε απλώς ένα επεισόδιο οριακής στρατιωτικής έντασης που εκτονώθηκε την ύστατη στιγμή. Αντιθέτως, λειτούργησε ως καταλύτης μετάβασης του τουρκικού αναθεωρητισμού από διεκδίκηση επιμέρους διαφορών δικαιοδοσίας προς μια ευρύτερη στρατηγική αμφισβήτησης του καθεστώτος κυριαρχίας στο Αιγαίο. Μετά τα Ίμια, η διαμάχη δεν αφορά πλέον μόνο υφαλοκρηπίδα ή θαλάσσιες ζώνες, αλλά μετασχηματίζεται σε συστηματική αμφισβήτηση του status quo. Η εισαγωγή της έννοιας των «γκρίζων ζωνών» δεν συνιστά απλή νομική κατασκευή, αλλά στρατηγικό εργαλείο διάβρωσης του κανονιστικού πλαισίου κυριαρχίας.

Από θεωρητική σκοπιά, τα Ίμια επιβεβαιώνουν ότι ο πόλεμος δεν είναι συνέχεια της πολιτικής επικοινωνίας με την προσθήκη και άλλων μέσων, αλλά αποτυχία της στρατηγικής. Η αποτροπή αντιθέτως επιτυγχάνει, όταν τα εθνικά συμφέροντα διασφαλίζονται χωρίς ένοπλη αναμέτρηση. Στην περίπτωση των Ιμίων, η αποτροπή δεν λειτούργησε γιατί αν και η γενικευμένη στρατιωτική σύρραξη αναχαιτίστηκε,  το αποτέλεσμα παρήγαγε ένα νέο στρατηγικό περιβάλλον. Η Τουρκία κατέδειξε ότι μπορεί να αμφισβητήσει εμπράκτως την ελληνική εδαφική κυριαρχία χωρίς να προκαλέσει άμεση πολεμική απάντηση. Έτσι, η κρίση δεν έληξε με νικητή ή ηττημένο, αλλά με αναθεώρηση αντιλήψεων περί ελέγχου, κυριαρχίας και επιτρεπτής αμφισβήτησης.

Μετά το 1996, η τουρκική στρατηγική ακολούθησε λογική διεύρυνσης πεδίων. Πρώτον, διεύρυνε το αντικείμενο της διαμάχης από μία κεντρική διαφορά σε πλέγμα αλληλοσυνδεόμενων ζητημάτων, όπως κυριαρχία νησίδων, αποστρατιωτικοποίηση, εναέριος χώρος, έρευνα και διάσωση, θαλάσσιες ζώνες και ενεργειακές έρευνες. Δεύτερον, διεύρυνε τη γεωγραφία από το Αιγαίο προς την Ανατολική Μεσόγειο, ιδίως μετά τη συγκρότηση του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», το οποίο κωδικοποιεί τον θαλάσσιο χώρο ως πεδίο ζωτικού στρατηγικού ενδιαφέροντος.

Τρίτον, διεύρυνε τα μέσα αμφισβήτησης από κρίσεις σημείου σε διαρκή πρακτική αμφισβήτησης μέσω ασκήσεων, ναυτικών παρουσιών, navtex, ρητορικής και νομικών διεκδικήσεων. Στόχος δεν είναι η άμεση στρατιωτική σύγκρουση, αλλά η σταδιακή μεταβολή της αντίληψης περί νόμιμου καθεστώτος.

Για την ελληνική εξωτερική πολιτική, τα Ίμια επέβαλαν αναπροσαρμογή της αποτρεπτικής στρατηγικής. Η μετατόπιση υπήρξε από μια αποτροπή βασισμένη κυρίως στη στρατιωτική ισορροπία προς μια πολυεπίπεδη αποτροπή που συνδυάζει επιχειρησιακή ετοιμότητα, σαφήνεια πολιτικής δέσμευσης, διεθνοποίηση των διαφορών και συμμαχική ενσωμάτωση. Παράλληλα, αναπτύχθηκαν μηχανισμοί διαχείρισης κρίσεων και δίαυλοι αποκλιμάκωσης, αναγνωρίζοντας ότι ο κίνδυνος πλέον δεν είναι μόνο ο πόλεμος, αλλά και η σταδιακή κανονιστική διάβρωση κυριαρχικών δικαιωμάτων μέσω τετελεσμένων χαμηλής έντασης.

Στο νέο αυτό περιβάλλον εντάσσεται η σύγχρονη τουρκική στρατηγική της juris nullification (ακύρωσης του δικαίου). Η Τουρκία δεν επιδιώκει απλώς ευνοϊκότερες ερμηνείες του διεθνούς δικαίου, αλλά επιχειρεί να αποδυναμώσει το ίδιο το δεσμευτικό του κύρος. Η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας (UNCLOS) αντιμετωπίζεται όχι ως θεμελιώδες πλαίσιο, αλλά ως διαπραγματεύσιμο πεδίο ισχύος. Η παραγωγή εναλλακτικών νομικών αφηγήσεων, η επιλεκτική επίκληση κανόνων, η απόρριψη δεσμευτικών ρυθμίσεων και η δημιουργία εξωθεσμικών συμφωνιών, όπως το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο, συγκροτούν παραδείγματα πολιτικής ακύρωσης του διεθνούς δικαίου. Το δίκαιο μετατρέπεται από περιοριστικό κανόνα σε εργαλείο στρατηγικής επιβολής.

Advertisement

Στο Αιγαίο, η juris nullification εκδηλώνεται μέσω αμφισβήτησης κυριαρχίας βραχονησίδων, αποστρατιωτικοποίησης νησιών και εύρους εναέριου χώρου. Στην Ανατολική Μεσόγειο, εκδηλώνεται μέσω απόπειρας επαναχάραξης θαλάσσιων ζωνών και περιορισμού της επήρειας νησιών. Το κρίσιμο δεν είναι η άμεση στρατιωτική σύγκρουση, αλλά η μεταβολή του κανονιστικού πλαισίου εντός του οποίου διεξάγεται η διαπραγμάτευση. Η στρατηγική επιδίωξη είναι να καταστεί το status quo αντικείμενο συνεχούς αμφισβήτησης και όχι δεδομένο σημείο αναφοράς.

Τριάντα χρόνια μετά, το βασικό στρατηγικό ερώτημα παραμένει: πώς αποτρέπεται η αναθεώρηση χωρίς πολεμική σύγκρουση. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά στρατιωτική. Απαιτεί συνδυασμό αξιόπιστης αποτρεπτικής ικανότητας, σαφούς πολιτικής βούλησης, θεσμικής διεθνοποίησης και συμμαχικής κινητοποίησης. Κυρίως, απαιτεί σταθερή άρνηση αποδοχής κανονιστικής μεταβολής διά της πράξεως. Η αποτροπή στον εικοστό πρώτο αιώνα δεν αφορά μόνο το πεδίο μάχης που δεν διεξάγεται, αλλά το πεδίο νομιμότητας όπου επιχειρείται να ανακαθοριστεί τι θεωρείται αποδεκτό.

Η κρίση των Ιμίων δίδαξε ότι μικρά και μεσαία κράτη μπορούν να αποτρέψουν ισχυρότερους αντιπάλους όταν διαθέτουν σαφή υψηλή στρατηγική, θεσμική μνήμη κρίσεων και ικανότητα κινητοποίησης συμμαχικών μηχανισμών.

Advertisement

Σήμερα, η πρόκληση είναι πιο σύνθετη. Η αποτροπή πρέπει να λειτουργεί ταυτόχρονα στο στρατιωτικό, πολιτικό και νομικό επίπεδο. Η Τουρκία επιδιώκει να επαναδιαπραγματευθεί την κανονιστική αρχιτεκτονική της περιοχής. Η ελληνική στρατηγική οφείλει να αποτρέψει όχι μόνο την ένοπλη αναθεώρηση, αλλά και τη σταδιακή κανονιστική ακύρωση κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Εν κατακλείδι, η αποτροπή αναδεικνύεται ως η πιο απαιτητική μορφή στρατηγικής⸱ να διασφαλίζεις την ειρήνη ενώ προετοιμάζεσαι αξιόπιστα για τη σύγκρουση που δεν πρέπει να συμβεί. Τριάντα χρόνια μετά τα Ίμια, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν θα αποφευχθεί ο πόλεμος, αλλά αν θα διαφυλαχθεί το status quo ως νόμιμο πλαίσιο τάξης. Εκεί ακριβώς κρίνεται σήμερα η στρατηγική ισορροπία στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

1 Πηγές imerazante

Advertisement