«Ας προετοιμάσω τον αναγνώστη πως παραδόξως το συγκεκριμένο κείμενο παρά τα δεκάδες άλλα των ημερών, δεν προτίθεται επουδενί στο να αναφερθεί στην νέα ταινία του κ. Γιάννη Σμαραγδη υπό το πρίσμα του θεατή και τις τεχνικές λεπτομέρειες, αν και συντάσσεται επί τη ωραία αυτή αφορμή.»
Ο υποφαινόμενος θεωρεί πως το κέντρο βάρους της συζητήσεως με αφορμή μία τέτοιου είδους κινηματογραφική ταινία δεν θα πρέπει να είναι οι λεπτομέρειες της, η πλοκή και το γενικότερο “φαίνεσθαι”, πως δεν θα πρέπει η κριτική μας να εξαντλείται σε απλώς μία επιφανειακή αναφορά απλώς στο δέντρο, αλλά στην ουσία, στο δάσος.
Και η ουσία είναι, το τι πραγματικά σημαίνει να αποφασίζει κανείς να δημιουργήσει μία τέτοιας θεματολογίας ταινία μέσα στις συγκεκριμένες ιστορικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες για την χώρα, στην Ελλάδα του 2025.
Το ιστορικό πρόσωπο του πρώτου Κυβερνήτη της αμέσως μετεπαναστατικής Ελλάδας εδώ και πάνω από δύο αιώνες, αποτέλεσε σημείο σύγκρουσης παρά τις καλές ομολογουμένως προθέσεις του φυσικού προσώπου. Ο Καποδίστριας αφήνει την σκιά του να πλανάται επάνω στην πολύπαθη αυτή χώρα, ήδη από την στιγμή της δολοφονίας του ως και στις μέρες μας για αιώνες μετά, τυλιγμένος από το μυστήριο που κρύβουν πάντοτε οι μεγάλες ιστορικές προσωπικότητες που κανένα βιβλίο ιστορίας δεν μπορεί να περιγράψει επακριβώς .
Και το πόσο συγκρουσιακό είναι ακόμη το περιβάλλον για το ιστορικό πρόσωπο του Καποδίστρια, καταδεικνύεται από τις σφοδρές ως και σε επίπεδο λιβελλογραφήματος αντιδράσεις τις έμπλεες ειρωνείας και απαξιώσεως, γραπτώς κατατεθειμένες ή με όποιον άλλον τρόπο στις μέρες μας δυνατόν, σε σχέση με την ταινία η οποία είδε το φως της δημοσιότητας στις κατάμεστες αίθουσες πριν από μόλις μερικές ημέρες αν και το ένστικτο του υποφαινόμενου θεωρεί πως οιοδήποτε ελληνοκεντρικής προσεγγίσεως θέμα, θα προκαλούσε παρόμοιες αντιδράσεις από τους γνωστούς – άγνωστους κύκλους.
Από την άλλη πλευρά, η αντίδραση του κόσμου, του δέκτη, δρα ως μία ακούσια, ενστικτώδη σχεδόν απάντηση, στον πόλεμο τον οποίον υφίσταται αυτή η προσπάθεια του κ. Σμαραγδή ήδη από την προετοιμασία της και πολύ πριν αυτή καταφέρει υπό δυσμενέστατες συνθήκες να έρθει στον κόσμο της μεγάλης οθόνης. Και η απάντηση αυτή, η απάντηση του λαού υπό την ιδιότητα του θεατή μίας κινηματογραφικής αίθουσας, είναι συντριπτικώς θετική.
Είναι ένα μεγάλο «ΝΑΙ» αποδοχής για ένα έργο τέχνης κινηματογραφικό το οποίο έρχεται ενδεχομένως την κατάλληλη στιγμή. Ένα έργο το οποίο πέρα από το τεχνικό του στήσιμο απευθύνεται (ως και όπως θα πρέπει να απευθύνονται όλα τα αυθεντικά έργα τέχνης), από την ψυχή του οραματιστή του και δημιουργού, στην ψυχή του δέκτη – θεατή.
Ο «ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ» έρχεται ενδεχομένως να πληρώσει το κενό μας εδώ και πολλά χρόνια για ένα “Εθνικό” σινεμά. Έναν κινηματογράφο ο οποίος να αφουγκράζεται την συλλογική ψυχή και να έχει και την δύναμη ταυτόχρονα να την χορδίσει αυτήν την τελευταία, μιλώντας για Ελλάδα, την συγκεκριμένη ιστορική στιγμή των καιρών μας όπου η Ελλάδα δείχνει να έχει χάσει τον δρόμο της ταυτοτικά και Εθνικά.
Η ταινία αυτή ως εκ τούτου, κατά την ταπεινή γνώμη του υποφαινόμενου, δεν απευθύνεται στα μάτια και τα αυτιά των θεατών της. Απευθύνεται στην ψυχή με αφορμή ένα πολύ συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο και αν και το ιστορικό εκείνο πρόσωπο στις απαρχές της γέννησης του νέου Ελληνικού κράτους, έζησε και δυστυχώς δολοφονήθηκε με τον γνωστό τρόπο μέσα σε καιρούς δυσμενείς για την αμέσως μετεπαναστατική Ελλάδα η οποία τότε μόλις ξέπλενε τα αίματα της επανάστασης από το σώμα της και προσπαθούσε να βρει τα σταθερά της πατήματα για το μέλλον που ακολούθησε, σε καιρούς διχόνοιας, καταφέρνει τούτη η ταινία να δράσει θαρρείς κραδαίνοντας ένα αδιόρατο νήμα εθνικής ενότητας, με το να επανενώσει τον λαό με τρόπο ακούσιο και τον θεατή που δεν προσεγγίζει το έργο ως μονάδα αλλά ως σύνολο, να τον συγκινήσει και το κυριότερο να του θυμίσει πως απο αυτόν τον τόπο πέρασαν και ανιδιοτελείς πολιτικοί και άνθρωποι με όραμα για μία ανεξάρτητη πατρίδα.
Ως εκ τούτου λοιπόν, ο «ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ» δεν θα πρέπει να θεωρηθεί μία απλή κινηματογραφική παραγωγή και να κριθεί ως τέτοια διότι αυτό δεν θα ήταν άλλο από μία συλλογιστική παγίδα, αλλά να ιδωθεί ως μία ειλικρινής, επίπονη προσπάθεια τόσο του δημιουργού κ. Σμαραγδή όσο και των άλλων συντελεστών της ταινίας, για πατριδοκεντρικό κινηματογράφο, καθώς και ως μία προσπάθεια ανάδειξης υγειών προτύπων όσον αφορά τα δημόσια πράγματα.
Αν θελήσουμε να εκφύγουμε της συλλογιστικής παγίδας προς την οποία μας οδηγούν διάφορες πένες δήθεν ειδικών και κρίνουμε την ταινία υπό το πρίσμα της δημιουργίας μίας πατριδοκεντρικής αντιλήψεως συλλογική προσπάθεια η οποία απευθύνεται περισσότερο στο συναίσθημα και ποτέ στους “ειδικούς” και τα κλειστά ιερατεία, τότε και σαφώς θα συμπεράνουμε πως ο «ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ» ο εντός και εκτός εισαγωγικών ήτοι το ιστορικό πρόσωπο, τόσο για όσο ζούσε αλλά και τώρα δύο αιώνες με χώμα σκεπασμένος, εξακολουθεί να ενοχλεί διαφόρους κύκλους εις τους οποίους δεν αξίζει καν να αναφερθώ διότι από μόνοι τους και με την βάναυση αντιμετώπιση προς το έργο αυτό φανέρωσαν τον εαυτόν τους εμπρός στο κοινό εφόσον απέτυχαν στην μη πραγμάτωση της ταινίας.
Ο «ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ» όπως κάθε εθνικής προσεγγίσεως πνευματική δημιουργία, κατάφερε μέσα σε μία Ελλάδα του “πολυπολιτισμού” και της χαλαρωμένης από εθνικά αντανακλαστικά νεοελληνικής κοινωνίας, το να μιλήσει για μία Ελλάδα με ρίζες στιβαρές όπως η πίστη στον Θεό, η πατρίδα, το ήθος ενός και μόνον ανδρός, την ανιδιοτέλεια και εν τέλει την θυσία για το κοινό καλό. Τις αξίες ενός παλαιού κόσμου που συχνώς και ευκόλως απεμπολούμε για μερικά κίβδηλα πετράδια ψευδοπολιτισμού και τεχνολογίας, χάνοντας ταυτόχρονα την ψυχική μας ουσία και αποστολή ως άτομα και ως κοινωνία.
Και σε αυτούς τους στόχους η ταινία αυτή επέτυχε πλήρως δημιουργώντας ένα κινηματογραφικό έργο παράδειγμα προς μίμηση για τους νέους κινηματογραφιστές και λοιπούς συντελεστές του κινηματογράφου.
Προς τούτο και μόνον αξίζουν και δημοσίως τα συγχαρητήρια στον κ. Σμαραγδή και σε όσους συνέβαλαν στην δημιουργία της ταινίας. Μίας ρηξικέλευθης προσπάθειας, ενάντια στο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι και τον δήθεν προοδευτισμό, σαν έτοιμης από καιρό να θυμίσει το ποιά πραγματικά οφείλει να είναι η Ελλάδα αλλά και εμείς ο καθένας μας ξεχωριστά αν θέλουμε να προοδεύσει κάποια στιγμή αυτός ο τόπος.
Εν τέλει και εν ολίγοις. Ο «ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ» ήλθε όταν πραγματικά η χώρα τον είχε ανάγκη ως σύμβολο – πρότυπο του παλαιού κόσμου και της φιλοπατρίας.
Και αυτό είναι το πλέον σημαντικό στην όλη προσπάθεια. Προς τούτο και οφείλουμε να μεταθέσουμε την συζήτηση επί αυτής της βάσεως όχι κυρίως όσον αφορά τον κινηματογράφο ως θέαμα, αλλά το καίριο μήνυμα του για την κοινωνία μας.
Σημασία ας δοθεί στο μήνυμα και όχι στα μέσα. Μόνον τότε θα αντιληφθούμε πλήρως το τι είδους προσφορά φέρνει η ταινία αυτή προς τον τόπο μας και την πέρα από τα προσωρινά μας πρόσωπα, έννοια της Πατρίδας.