Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς
Η διακηρυκτική τοποθέτηση του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, υπέρ της διασφάλισης ενός «σταθερού και επαρκώς κυβερνώμενου Δυτικού Ημισφαιρίου», απαλλαγμένου από εχθρικές εξωπεριφερειακές παρεμβάσεις και ικανού να συνεργάζεται λειτουργικά με την Ουάσιγκτον στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και της παράνομης διακίνησης, συνιστά μια σαφή αναδιατύπωση της ιστορικής λογικής του Δόγματος Μονρόε. Υπό αυτό το πρίσμα, η αναφορά σ’ ένα άτυπο «Συμπλήρωμα Τραμπ» (Trump Corollary) δεν μπορεί να θεωρηθεί απλή ρητορική υπερβολή· αντιθέτως, αντανακλά μια συνειδητή προσπάθεια επανανοηματοδότησης της αμερικανικής ηγεμονικής ευθύνης στο δυτικό ημισφαίριο, με έμφαση όχι μόνο στην αποτροπή εξωτερικών δρώντων, αλλά και στην ενεργή αναμόρφωση πολιτικών καθεστώτων που εκλαμβάνονται ως δομικές πηγές περιφερειακής αστάθειας.
Εντός αυτού του αναθεωρημένου στρατηγικού πλαισίου, η αμερικανική επίθεση στη Βενεζουέλα και η σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Πρόκειται για την πρώτη μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση των Ηνωμένων Πολιτειών στη Λατινική Αμερική μετά την εισβολή στον Παναμά το 1989, γεγονός που σηματοδοτεί την επάνοδο πρακτικών άμεσης χρήσης στρατιωτικής ισχύος οι οποίες είχαν σε μεγάλο βαθμό υποχωρήσει κατά τη μεταψυχροπολεμική περίοδο. Η ενέργεια αυτή δεν συνιστά απλώς μια μεμονωμένη πράξη αλλαγής καθεστώτος, αλλά επαναφέρει στο προσκήνιο μια παλαιότερη παράδοση αμερικανικού επεμβατισμού, αναπροσαρμοσμένη στις συνθήκες αυξημένης διεθνούς ρευστότητας και περιορισμένης θεσμικής αυτοσυγκράτησης.
Η κλίμακα και ο χαρακτήρας της επίθεσης -με στοχευμένα πλήγματα σε κρίσιμες στρατιωτικές υποδομές, εξουδετέρωση αντιαεροπορικών συστημάτων και την εξαναγκαστική μεταφορά του αρχηγού του κράτους εκτός της χώρας- καταδεικνύουν ότι δεν επρόκειτο για περιορισμένη επιχείρηση επιβολής της τάξης, αλλά για μια ολοκληρωμένη στρατηγικού εξαναγκασμού. Οι επίσημες τοποθετήσεις περί προσωρινού αμερικανικού ελέγχου έως την εγκαθίδρυση μιας «ασφαλούς και αξιόπιστης πολιτικής μετάβασης» υπογραμμίζουν ότι η Ουάσιγκτον επέλεξε συνειδητά την άμεση ανατροπή του υφιστάμενου καθεστώτος ως μέσο επίλυσης ενός προβλήματος το οποίο οι κυρώσεις, η διπλωματική απομόνωση και οι έμμεσες μορφές πίεσης είχαν αποδειχθεί ανίκανες να επιλύσουν.
Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται σε ένα μακρόχρονο πλαίσιο κλιμακούμενης κρίσης στη Βενεζουέλα, το οποίο χαρακτηριζόταν από βαθιά οικονομική κατάρρευση, εκτεταμένη θεσμική αποδιάρθρωση και συστηματική πολιτική καταστολή. Υπό αυτό το πρίσμα, η προσφυγή στη στρατιωτική ισχύ δεν προβάλλει ως αιφνίδια τομή, αλλά ως το τελικό στάδιο μιας παρατεταμένης διαδικασίας κλιμάκωσης, στο πλαίσιο της οποίας τα μη στρατιωτικά εργαλεία εξαναγκασμού αποδείχθηκαν ανεπαρκή.
Σε θεωρητικό επίπεδο, η περίπτωση της Βενεζουέλας, δύναται να ερμηνευθεί ως χαρακτηριστική εκδήλωση νεοεπεμβατισμού, όπου η άσκηση στρατιωτικής ισχύος δεν λειτουργεί αυτοτελώς, αλλά συνδυάζεται με στρατηγικές παραδειγματικής ισχύος και ενσωματώνεται στις αναλυτικές παραδοχές του νεοκλασικού ρεαλισμού. Η σύλληψη εν ενεργεία αρχηγού κράτους συνιστά ακραία μορφή εξαναγκασμού, στην οποία η βία δεν αποσκοπεί στη διαμόρφωση συμπεριφορικής συμμόρφωσης μέσω διαπραγμάτευσης, αλλά στην άμεση επιβολή ενός συγκεκριμένου πολιτικού αποτελέσματος. Ταυτόχρονα, η ενέργεια αυτή λειτουργεί ως εναργές σήμα προς τρίτους κρατικούς δρώντες, υποδηλώνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν τόσο τη βούληση όσο και την ικανότητα να παρακάμπτουν καθιερωμένες νόρμες αυτοσυγκράτησης όταν το κρίνουν στρατηγικά αναγκαίο.
Στο πλαίσιο του νεοκλασικού ρεαλισμού, η απόφαση για την επίθεση αντανακλά τη σύζευξη συστημικών ευκαιριών και εσωτερικών πολιτικών υπολογισμών. Η περιορισμένη δυνατότητα άμεσης αντίδρασης ανταγωνιστικών δυνάμεων στη Λατινική Αμερική, σε συνδυασμό με την ανάγκη επίδειξης αποφασιστικότητας και ελέγχου της περιφερειακής τάξης, διαμόρφωσε ένα περιβάλλον στρατηγικής επιτρεπτικότητας, εντός του οποίου το προσδοκώμενο κόστος της ενέργειας εκτιμήθηκε ως διαχειρίσιμο.
Τέλος, η υπόθεση της Βενεζουέλας εγείρει κρίσιμα ερωτήματα για το διεθνές δίκαιο και τη λειτουργία της διεθνούς τάξης. Η επάνοδος της στρατιωτικής επίθεσης ως εργαλείου πολιτικής αναθεώρησης υπονομεύει περαιτέρω την αρχή της μη επέμβασης και ενισχύει μια διεθνή πραγματικότητα στην οποία η ισχύς τείνει να υπερισχύει των θεσμικών περιορισμών. Ως εκ τούτου, η Βενεζουέλα δεν συνιστά απλώς μια μεμονωμένη περίπτωση, αλλά ένα κρίσιμο σημείο καμπής που φωτίζει τη σταδιακή επαναφορά του επεμβατισμού ως κανονικοποιημένης πρακτικής στο ολοένα και πιο ρευστό μεταψυχροπολεμικό διεθνές σύστημα.
Πρώτη δημοσίευση imerazante.gr