Δεν έχουν άδικο όσοι λένε ότι η ομιλία του Μαρκ Ρούπιο στην Πνύκα, λειτούργησε σαν βατήρας προβολής της χώρας μας διεθνώς –και θα ήταν μικρόψυχο να μην το παραδεχθούμε. Την ίδια στιγμή όμως, είναι εξίσου αλήθεια ότι το περιεχόμενό της αποκάλυψε την αμήχανη στιγμή όπου η Αμερική προσκρούει σε πολλαπλά αδιέξοδα, τα οποία μάλιστα είναι προϊόν επιλογών της δικής της ηγεσίας. Εκείνης που υποσχέθηκε να την κάνει «μεγάλη ξανά», και εν τέλει την αποδυναμώνει μάλλον ακόμα περισσότερο.
Η Πνύκα στην σκιά του ιρανικού αδιεξόδου
Η Αμερική ταλανίζεται σήμερα, υπό το βάρος του ιρανικού αδιεξόδου, της κρίσης που έχει προκαλέσει στις σχέσεις με τους στρατηγικούς της συμμάχους η συμπεριφορά και οι απαιτήσεις του Τραμπ, και των εσωτερικών της συγκρούσεων και διαιρέσεων
Ας σταθούμε κατ’ αρχάς στο πρώτο. Είναι αλήθεια ότι κάθε διπλωματική πρωτοβουλία για το Ιράν προσέκρουσε στους Φρουρούς της Επανάστασης και σε χτυπήματά τους που επανάφεραν την ένταση. Με το παιχνίδι του στα Στενά του Ορμούζ, και εκείνο των Χούθι σε εκείνα του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, η σκιώδης, πραγματική ηγεσία του καθεστώτος έχει βρει ένα υβριδικό μοχλό μεταβίβασης της πολεμικής πίεσης στην καθημερινότητα του Αμερικανού και του Ευρωπαίου πολίτη.
Την ίδια στιγμή, η παράταση του ιρανικού αδιεξόδου, εκθέτει ολοένα και περισσότερο τις ΗΠΑ στα μάτια των άμεσων συμμάχων τους στην περιοχή, κυρίως τις πετρομοναρχίες του Κόλπου. Και βέβαια σε όλον τον κόσμο. Για την αδυναμία τους να τις προστατέψουν, και για την αδυναμία τους να διατηρήσουν ανοιχτές τις θαλάσσιες οδούς.
Εμφανέστατη γίνεται, λοιπόν, η προσπάθεια να διασκεδαστεί όλο αυτό το στρίμωγμα με κάτι που να θυμίζει Επιτάφιο του Περικλή, και την απόπειρα διατύπωσης ενός μανιφέστου για το «ποιοι είμαστε» και «που θέλουμε να πάμε», με την βαρύτητα όλων των συμβολισμών που φέρει η Πνύκα.
Η ειρωνεία του πράγματος; Όλες οι βεβαιότητες που εξέφρασε ο Ρούπιο, μέσω μιας πολύ συγκεκριμένης ανάγνωσης της κλασικής Ελλάδας που πραγματοποίησε, είναι εκείνες που ευθύνονται για την παρούσα Αμερικανική αδυναμία.
Διελκυστίνδα παγκοσμιοποίησης και μονομέρειας
Φυσικά αίσθηση κάνει η μετατόπιση του Αμερικανικού λόγου. Αν πάρει κανείς αντίστοιχες ομιλίες ενός Αμερικανού αξιωματούχου πριν 15 και 20 χρόνια, θα εκπλαγεί με την απόσταση που χωρίζει το τότε από το τώρα. Τότε ήταν η στιγμή της παγκοσμιοποίησης, στην νεοσυντηρητική ή φιλελεύθερη της σύλληψη, της ελεύθερης οικονομίας, των ανοιχτών συνόρων, και του “ενοποιημένου κόσμου”. Σήμερα κυριαρχεί η διαπίστωση του κατακερματισμού, της αφύπνισης των γεωπολιτικών ανταγωνισμών, της αμφισβήτησης του γκλομπαλισμού και της επανεπιβεβαίωσης της προτεραιότητας του εθνικού συμφέροντος, της φύλαξης των συνόρων, της οικονομικής, ενεργειακής και τεχνολογικής αυτοδυναμίας.
Ναι μεν αλλά· οι ΗΠΑ υπό τον Τραμπ προσλαμβάνουν την εξέλιξη αυτήν υπό το πρίσμα της μονομέρειας: «πρώτα η Αμερική». Με τρόπο που απειλεί να διαρρήξει όλες τις στρατηγικές της συμμαχίες, όπως συνέβη με τον Καναδά ή την Ευρώπη. Για την Νότιο Αμερική, ούτε λόγος: η ενσωμάτωση του βενεζοελανικού καθεστώτος στην βεντάλια των συμμάχων, μέσω μιας απλής χειρουργικής αντικατάστασης του Μαδούρο με την συνεργάτιδά του, Ντέλσι Ροδρίγκες, είναι εξόχως χαρακτηριστική μιας αντίληψης ισχύος κυνικής και αρπακτικής.
Η αρτηριοσκληρωτική τραμπική ανάγνωση του εθνικού συμφέροντος, εντείνει αντί να θεραπεύει τις αμερικανικές αδυναμίες. Παρότι κράτος υποηπειρωτικών διαστάσεων, οι ΗΠΑ δεν μπορούν να σταθούν μόνες τους έναντι του Ευρασιανικού ανταγωνισμού. Ούτε επεκτεινόμενες. Απαιτείται στρατηγική σύγκλιση με την Ευρώπη (ο Καναδάς είναι αυτονόητος), αλλά και η ενίσχυση του τόξου των ναυτικών δημοκρατιών Ινδίας, Νοτίου Κορέας, Ιαπωνίας. Σε οποιαδήποτε περίπτωση· ο μεταπαγκοσμιοποιητικός κόσμος θέτει την επιδίωξη του εθνικού συμφέροντος στην προοπτική ευρύτερων, περιφερειακών συμμαχιών. Που συγκροτούνται στην βάση κοινών πολιτιστικών αξιών, και πολιτικών επιδιώξεων. Συν τοις άλλοις: καίρια ζητήματα του καιρού μας όπως η κλιματική αλλαγή, ή η αλματώδης ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης απαιτούν μιας μορφής παγκόσμιου συντονισμού. Και κάποιας υποτυπώδους συνεννόησης, ακόμα και με την Κίνα, αν και αυτό ακούγεται δύσκολο. Ωστόσο το οικολογικό, και τεχνολογικό ρίσκο, οι απειλές, και σημαντικές είναι, και κοινές για όλους.
Υποτίμηση της κοινωνικής διάστασης
Επίσης· όλη αυτήν η αποθέωση του δυτικού μεγαλείου μέσα από την εξύμνηση μιας εκ των ιστορικών του κοιτίδων, είχε αντίστροφη ιστορική φορά. Αντί να δοξάζεται η επιρροή της κλασικής Αθήνας στις ΗΠΑ, ήταν η Αμερική που δόξαζε τον εαυτό της προβάλλοντας τα δικά της πάνω στον πολιτισμό του Παρθενώνα. Διόλου τυχαίο, λοιπόν, το ότι από την συγκεκριμένη ανάγνωση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού απουσίαζε η αίσθηση του τραγικού, η επίγνωση της ύβρεως, το «πολλά τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει».
Μέσα από τον στόμφο για την “ανενδοίαστη επιδίωξη του ανθρώπινου μεγαλείου” και την ύψιστη προτεραιότητα ως προς την επιδίωξη/μεγιστοποίηση του εθνικού συμφέροντος, παραγκωνίζεται μια πάρα πολύ κρίσιμη παράμετρος της συνοχής και της ενότητας ενός έθνους. Η κοινωνική.
Ο Τραμπ απειλεί να καταβαραθρωθεί στις ενδιάμεσες εκλογές, από την ακρίβεια και το στένεμα στην καθημερινότητα που έρχεται σαν έμμεση συνέπεια του ιρανικού αδιεξόδου· από το εκρηκτικό κοκτέιλ των νέων κοινωνικών ζητημάτων που θάλλουν στις μεγάλες πόλεις, κυρίως το στεγαστικό· από την κοινή αντίθεση της βάσης δημοκρατικών και ρεπουμπλικάνων στις πυραμίδες ισχύος των κολοσσών τεχνητής νοημοσύνης και τις υπερεπενδύσεις τους· από το γεγονός ότι οι εφαρμογές τους, πλήττουν στην αγορά εργασίας ιδίως τους νεο-εισερχόμενους, κι έτσι σε συνδυασμό με την τεράστια αύξηση του κόστους εκπαίδευσης, διαμορφώνουν ένα σκοτεινό μέλλον για τις νέες γενιές οι οποίες ανακαλύπτουν ότι θα είναι οι πρώτες που θα ζήσουν χειρότερα από τους γονείς τους· τέλος, από το γεγονός ότι η μεταναστευτική του πολιτική έχει ξεφύγει, θέτει σε διακινδύνευση και τους νόμιμους, λατινόφωνους μετανάστες κυρίως στις λεγόμενες “Πολιτείες του Ήλιου”, με συνέπεια να του έχει γυρίσει την πλάτη η βαρύνουσα αυτή, δημογραφικά και εκλογικά, εθνοτική ομάδα.
Η στάση της Ελλάδας
Στην Ελλάδα, όλη αυτή η αποθέωση που της επιφύλασσε ο Μάρκο Ρούπιο έπεσε μέσα στην μικροπολιτική διελκυστίνδα των ημερών. Έτσι για τους υποστηρικτές της κυβέρνησης ήταν μια επιβράβευση της πολιτικής της· για τους αντιπάλους της, έκφραση υποτέλειας, αδειάσματος σε ό,τι αφορά στο «καλώδιο», μεταβολής της χώρας μας σε μια ιδιότυπη Ντισνεϊλαντ πολιτικών συμβολισμών.
Αμφότερες, όμως, είναι περιοριστικές οπτικές. Γιατί από την μία η αυξημένη βαρύτητα της Ελλάδας, δεν είναι επίπλαστη, επικοινωνιακή. Και δεν οφείλεται κυρίως σε κάποια κυβερνητική πολιτική. Υπό ποια έννοια; Υπό την έννοια ότι στηρίζεται σε βαθύτερους λόγους, που συνδέονται με την ανάδυση της πολυπολικότητας και την αποδυνάμωση της Δύσης, και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, την προστιθέμενη αξία που αποκτάει η Ελλάδα τόσο από γεωπολιτική σκοπιά, όσο και σε ό,τι αφορά στην ιστορία, τον πολιτισμό της, και το ‘απόθεμα νοήματος’ που διαθέτει.
Το πρόβλημα σε σχέση με αυτό, και σε σύνδεση με την εγχώρια πολιτική είναι ότι στερούμαστε οράματος και στρατηγικής ώστε αυτή η προστιθέμενη αξία να καλλιεργηθεί συστηματικά. Προφανώς η κυβέρνηση το κάνει περισσότερο από μια αντιπολίτευση επιθεωρησιακού τύπου, που όταν καλείται να μιλήσει για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ (Great Sea Interconnector), λέει ότι είναι καλώδιο τηλεπικοινωνίας. Αλλά όχι στο βαθμό που απαιτείται και θα έπρεπε να το κάνει.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, αφορά στην εκπαίδευση όπου θα έπρεπε να την βλέπουμε σαν ουσιαστική αναπαραγωγή του πολιτισμικού κεφαλαίου που δίνει τέτοια βαρύτητα στην χώρα. Φυσικά όχι με φολκλορικό τρόπο, ούτε σαν μια εγχώρια προσαρμογή/έκδοση του τραμπισμού. Αλλά οργανικά, σαν επίκαιρη ελληνική συνεισφορά στην σημερινή εποχή, με όλο αυτό το ιστορικό φορτίο που φέρει μέσα της. Εδώ η κυβερνητική πολιτική κοιμάται τον ύπνο τον βαθύ, και “μουρμουρίζει σπασμένες λέξεις σε ξένες γλώσσες”
Αυτό το ιστορικό φορτίο πήγε να επικαλεστεί και ο Ρούπιο. Μέσα όμως από τους παραμορφωτικούς φακούς της δικής του, πολιτιστικής πρόσληψης και ιδεολογίας. Γι’ αυτό και η Αρχαία Ελλάδα που ανέδειξε ήταν σαν να είχε πάρει αναβολικά και να συμμετείχε σε διαγωνισμό μπόντι μπίλντερς. Όμως ισχύει εδώ το ό,τι δεν κάνουμε εμείς για τον εαυτό μας, θα το παίρνουν οι άλλοι και θα το μεταπλάθουν για την εξυπηρέτηση των δικών τους σκοπών.