Υπήρχε κάποτε η αθώα πεποίθηση ότι το πιο δύσκολο σε ένα ταξίδι είναι να φύγεις. Να βρεις μέρες άδειας. Να αντέξεις το jet lag του ταξιδιού. Να κουβαλήσεις βαλίτσες. Να στριμωχτείς σε ένα κάθισμα οικονομικής θέσης που σχεδιάστηκε προφανώς για ανθρώπους χωρίς γόνατα. Τις τελευταίες μέρες όμως, αποδεικνύεται ότι το πραγματικά δύσκολο δεν ειναι να φύγεις… είναι να επιστρέψεις.
Το κλείσιμο των αεροπορικών διαδρόμων και των μεγάλων κόμβων μετεπιβίβασης της Μέσης Ανατολής όπως το Ντουμπάι, η Ντόχα και το Αμπουντάμπι, ολόκληρου δηλαδή του αεροπορικού περάσματος που ένωνε Ανατολή και Δύση δεν δημιούργησε απλώς καθυστερήσεις αλλά μια καινούργια ταξική κατηγορία. Τους εγκλωβισμένους επιβάτες της παγκοσμιοποίησης.
Και όχι, δεν πρόκειται μόνο για τουρίστες που θα αργήσουν να ανεβάσουν φωτογραφίες από πισίνες και σπά ή από πολυτελή εμπορικά κέντρα και ξενοδοχεία. Ανάμεσα στους χιλιάδες που κοιτούν απελπισμένοι πίνακες αναχωρήσεων βρίσκονται εργαζόμενοι που πρέπει να παρουσιαστούν στη δουλειά τους, στελέχη εταιρειών που ταξιδεύουν επειδή έτσι λειτουργεί η διεθνής οικονομία, ναυτικοί σε αλλαγή πληρωμάτων, φοιτητές με ληγμένες βίζες, άνθρωποι που ταξίδεψαν για θεραπεία ή για μια οικογενειακή ανάγκη και τώρα ανακαλύπτουν ότι η επιστροφή μετατράπηκε σε οικονομικό πείραμα αντοχής.
Για χρόνια, οι αεροπορικές εταιρείες του Κόλπου είχαν λύσει το πρόβλημα του κόσμου χωρίς να το καταλάβουμε. Το Ντουμπάι και η Ντόχα ήταν οι κυλιόμενες σκάλες του πλανήτη. Έμπαινες στο Χονγκ Κονγκ, κατέβαινες για καφέ στον Περσικό Κόλπο και συνέχιζες για Ευρώπη σχεδόν μηχανικά. Φθηνά, γρήγορα, προβλέψιμα.
Μέχρι που ένας πόλεμος ή η απειλή του πάτησε παύση. Ξαφνικά οι πτήσεις εξαφανίστηκαν. Οι εφαρμογές αεροπορικών εταιρειών δείχνουν «fully booked» για ημέρες ολόκληρες. Θέσεις μηδέν. Αναμονές ατελείωτες. Και όταν τελικά εμφανιστεί ένα εισιτήριο, η τιμή του μοιάζει με τιμωρία. Διαδρομές που κόστιζαν 700 ή 800 ευρώ πωλούνται τώρα 2.500 και 3.000. Απλές οικονομικές θέσεις γίνονται επένδυση ζωής. Επαγγελματίες ταξιδιώτες αναγκάζονται να πετούν μέσω Τόκιο, Σεούλ ή Σιγκαπούρης, προσθέτοντας έξι και οκτώ ώρες πτήσης, δύο επιπλέον ελέγχους ασφαλείας και την ψυχολογική φθορά του «ίσως αύριο βρω κάτι καλύτερο».
Στα αεροδρόμια εκτυλίσσεται μια σιωπηλή ανθρωπογεωγραφία της ταλαιπωρίας. Άνθρωποι κοιμούνται σε φορτιστές κινητών. Κρατούν τους φορητές υπολογιστές ανοιχτούς όχι για δουλειά αλλά για αναζήτηση εισιτηρίων. Ανανεώνουν τις οθόνες κάθε πέντε λεπτά σαν χρηματιστές απελπισίας. Η επιστροφή στο σπίτι εξαρτάται πλέον από αλγόριθμους τιμολόγησης. Και εδώ εμφανίζεται η πιο κυνική πλευρά της σύγχρονης αεροπορίας. Όσο αυξάνεται η ανάγκη, τόσο ανεβαίνει η τιμή. Δεν αγοράζεις μεταφορά. Αγοράζεις διέξοδο.
Το παράδοξο είναι ότι πολλοί ταξιδιώτες δεν έχουν καν την πολυτέλεια να περιμένουν. Συμβόλαια εργασίας ξεκινούν σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, νοσοκομειακά ραντεβού δεν μετακινούνται, οικογένειες περιμένουν ανθρώπους που υποτίθεται θα είχαν ήδη επιστρέψει. Κάθε χαμένη ημέρα σημαίνει πρόστιμα, επαγγελματικές απώλειες ή πραγματικό ανθρώπινο άγχος. Η καθυστέρηση δεν είναι ενόχληση. Είναι συνέπεια με πραγματικό κόστος.
Την ίδια στιγμή, τα ξενοδοχεία γύρω από μεγάλα αεροδρόμια γεμίζουν από επιβάτες που παρατείνουν αναγκαστικά τη διαμονή τους, πληρώνοντας δωμάτια που δεν είχαν προγραμματίσει και γεύματα που δεν είχαν υπολογίσει. Ένα ακυρωμένο δρομολόγιο πολλαπλασιάζει αθόρυβα τα έξοδα, μετατρέποντας ένα απλό ταξίδι επιστροφής σε οικονομική αιμορραγία ημερών. Η παγκοσμιοποίηση μας έπεισε ότι ο κόσμος είναι μικρός. Ότι μπορείς να ζεις στο ένα ημισφαίριο και να εργάζεσαι στο άλλο. Ότι η απόσταση είναι τεχνικό ζήτημα. Μέχρι τη στιγμή που ένας γεωπολιτικός χάρτης αλλάζει χρώμα και ανακαλύπτεις πως η ελευθερία μετακίνησης είναι εύθραυστη και ακριβή.
Το πιο ειρωνικό; Κανείς από αυτούς τους ανθρώπους δεν ζητά πολυτέλεια. Δεν ζητά αναβάθμιση θέσης. Ζητά κάτι στοιχειώδες. Να επιστρέψει στην καθημερινότητά του. Αλλά στον σημερινό κόσμο, ακόμη και το «γυρίζω σπίτι» έχει γίνει προνόμιο όσων αντέχουν να πληρώσουν. Οι υπόλοιποι περιμένουν. Με μια βαλίτσα, ένα ακυρωμένο boarding pass και την επίγνωση ότι η μεγαλύτερη απόσταση στον πλανήτη δεν είναι πια τα χιλιόμετρα αλλά ένα διαθέσιμο εισιτήριο.