Υπάρχουν εγκλήματα που δεν τελειώνουν όταν τελείται η πράξη. Συνεχίζονται στο αστυνομικό τμήμα, στο γραφείο του ανακριτή, στη δικαστική αίθουσα, στα τηλεοπτικά παράθυρα, στα sites, στα social media. Και κάθε φορά που το θύμα καλείται να επαναλάβει, να εξηγήσει, να αναπαραστήσει, να αντέξει ξανά τη φρίκη, δεν μιλάμε απλώς για μια δύσκολη διαδικασία. Μιλάμε για μια δεύτερη κακοποίηση. Για μια θεσμική αναβίωση του τραύματος.

Ο βιασμός, η απόπειρα βιασμού, το revenge porn δεν είναι μόνο η στιγμή της επίθεσης. Είναι και όσα ακολουθούν. Είναι η αμφισβήτηση, η εξονυχιστική περιγραφή, η αίσθηση ότι το σώμα και η ιδιωτικότητα του θύματος ξαναγίνονται δημόσιο αντικείμενο. Είναι εκείνη η λεπτή αλλά καθοριστική γραμμή όπου η αναζήτηση της αλήθειας αρχίζει να μοιάζει με αναπαραγωγή της βίας.

Advertisement
Advertisement

Ασφαλώς και ο συνήγορος υπεράσπισης έχει καθήκον να υπερασπιστεί τον εντολέα του. Ασφαλώς και η έδρα οφείλει να φωτίσει κάθε πτυχή μιας υπόθεσης. Κανείς δεν αμφισβητεί την αρχή της δίκαιης δίκης. Το ερώτημα όμως είναι άλλο: μέχρι πού μπορεί να φτάνει αυτή η αναζήτηση χωρίς να συνθλίβει ξανά εκείνον ή εκείνη που ήδη έχει τραυματιστεί;

Διότι υπάρχει μια στιγμή όπου οι “αναγκαίες ερωτήσεις” παύουν να υπηρετούν μόνο τη δικαστική διερεύνηση και αρχίζουν να παράγουν νέα βία. Υπάρχει μια στιγμή όπου η επανάληψη των λεπτομερειών δεν φωτίζει απλώς τα γεγονότα, αλλά ξαναρίχνει το θύμα μέσα στη σκηνή της φρίκης. Και τότε η αίθουσα του δικαστηρίου, αντί να είναι χώρος απονομής δικαιοσύνης, γίνεται χώρος επανατραυματισμού.

Αυτό ακριβώς είναι που σοκάρει στην ουσία τέτοιων υποθέσεων. Όχι μόνο η ωμότητα της αρχικής πράξης, αλλά η ψυχρή, διαδικαστική κανονικοποίηση της επανάληψής της. Το θύμα καλείται να σταθεί όρθιο, να αντέξει βλέμματα, ερωτήσεις, υπαινιγμούς, σιωπές, επιμονές. Να αποδείξει, σχεδόν ξανά και ξανά, ότι αυτό που βίωσε ήταν αρκετά φρικτό ώστε να γίνει πιστευτό.

Και εδώ η κοινωνία οφείλει να σταθεί με ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό της: έχουμε άραγε συνειδητοποιήσει τι σημαίνει δευτερογενής θυματοποίηση; Έχουμε καταλάβει ότι η βία δεν ασκείται μόνο από τον δράστη, αλλά μπορεί να αναπαραχθεί και από έναν ολόκληρο μηχανισμό που δεν έχει εκπαιδευτεί να βλέπει το τραύμα; Ότι η απουσία ψυχολογικής και θεσμικής ευαισθησίας δεν είναι απλή παράλειψη, αλλά μέρος του προβλήματος;

Η υπόθεση της Ιωάννας Τούνη επανέφερε αυτό το ερώτημα με τρόπο ωμό και ανατριχιαστικό. Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα, το επίμαχο βίντεο προβλήθηκε οκτώ φορές στο δικαστήριο, έστω και κεκλεισμένων των θυρών, με την ίδια να δηλώνει ότι πρόκειται για κάτι που «με πληγώνει βαθιά και δεν θα ήθελα να ξαναδώ ποτέ».

Ναι, μπορεί να υπήρχε αποδεικτικός λόγος. Ναι, μπορεί η διαδικασία να απαιτούσε εξέταση καρέ-καρέ. Αλλά ποιος εξετάζει, την ίδια στιγμή, τι συμβαίνει μέσα στην ψυχή του θύματος όταν η πιο προσωπική, πιο οδυνηρή στιγμή της ζωής του προβάλλεται ξανά και ξανά μπροστά σε ξένους; Ποιος μετρά αυτό το κόστος; Ποιος το θεωρεί στοιχείο της ίδιας της δίκης;

Advertisement

Το πρόβλημα, βέβαια, δεν αρχίζει στο δικαστήριο. Αρχίζει πολύ νωρίτερα. Στο πρώτο γραφείο όπου θα γίνει η καταγγελία. Στον πρώτο αστυνομικό που ίσως δεν έχει την κατάλληλη εκπαίδευση. Στην πρώτη άστοχη ερώτηση. Στην πρώτη δυσπιστία. Στην πρώτη φορά που το θύμα αισθάνεται ότι δεν αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος που ζητά προστασία, αλλά ως πρόσωπο που οφείλει να αποδείξει την αξιοπιστία του μέσα από το ίδιο του το τραύμα.

Κι όμως, η ίδια η θεσμική γλώσσα έχει αναγνωρίσει το πρόβλημα. Η πρόσφατη ετήσια έκθεση της Γενικής Γραμματείας Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταγράφει ότι το ισχύον πλαίσιο προβλέπει ατομική αξιολόγηση του θύματος και διαχείριση του κινδύνου επανάληψης της βίας και της δευτερογενούς θυματοποίησης, ήδη από τις υπηρεσίες υποδοχής όπως οι αστυνομικές αρχές.

Αν λοιπόν το πρόβλημα είναι αναγνωρισμένο, γιατί εξακολουθεί να βιώνεται τόσο έντονα; Γιατί δεν έχει ανοίξει με σοβαρότητα μια δημόσια και θεσμική συζήτηση από τους Δικηγορικούς Συλλόγους, τις ενώσεις δικαστών και εισαγγελέων, τους ψυχολόγους, τις σχολές επιμόρφωσης δικαστικών λειτουργών, την αστυνομία; Γιατί δεν υπάρχουν σαφέστερα πρωτόκολλα για το πώς εξετάζονται τέτοιες υποθέσεις χωρίς το θύμα να διαλύεται ξανά μέσα στη διαδικασία;

Advertisement

Η υπεράσπιση δεν πρέπει να φιμώνεται. Η δικαστική κρίση δεν πρέπει να θολώνει. Αλλά ούτε και το θύμα πρέπει να προσφέρεται αδιαμαρτύρητα σε μια διαδικασία που το εξουθενώνει στο όνομα της ακρίβειας. Σε ένα κράτος δικαίου, η αναζήτηση της αλήθειας δεν μπορεί να λειτουργεί σαν άδεια για αναπαραγωγή του τραύματος. Η προστασία των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου και η προστασία της αξιοπρέπειας του θύματος δεν είναι αντίπαλες έννοιες. Είναι δοκιμασία πολιτισμού να συνυπάρχουν.

Χρειαζόμαστε, επειγόντως, εξειδικευμένη εκπαίδευση για αστυνομικούς, ανακριτικούς υπαλλήλους, δικαστές και δικηγόρους. Χρειαζόμαστε σαφή πρωτόκολλα για το πότε, πώς και πόσες φορές εξετάζεται ευαίσθητο αποδεικτικό υλικό. Χρειαζόμαστε παρουσία ειδικών ψυχικής υγείας όπου απαιτείται. Χρειαζόμαστε λιγότερη αδιαφορία και περισσότερη επίγνωση ότι η Δικαιοσύνη δεν απονέμεται μόνο με κανόνες, αλλά και με τρόπο.

Γιατί αλλιώς θα συνεχίσουμε να ονομάζουμε “διαδικασία” κάτι που, για πολλές γυναίκες, μοιάζει με νέο μαρτύριο.

Advertisement

Και τότε το πιο σκληρό ερώτημα θα παραμένει ανοιχτό: πόσες φορές πρέπει να υποστεί μια γυναίκα την ίδια βία για να πούμε ότι, τελικά, η Δικαιοσύνη δεν την προστάτεψε όπως όφειλε;