Η Αλάσκα ως προοίμιο ανακατανομής ισχύος
Η Αλάσκα δεν αποτελεί νέα Γιάλτα, ωστόσο σηματοδοτεί πορεία προς σύγχρονη εκδοχή της. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν μπορεί να αποκλειστεί μια συνάντηση τριών συν ένας, με τους Τραμπ, Πούτιν και Σι, (ίσως και Μόντι), στο πλαίσιο επαναχάραξης σφαιρών επιρροής. Ήδη διαφαίνεται ότι η Ουάσινγκτον αποδέχεται στην πράξη ρωσική σφαίρα επιρροής στην Ουκρανία, ενώ αντίστοιχα δεν μπορεί να αποκλειστεί κινεζική σφαίρα επιρροής στην Ταϊβάν. Η δυναμική αυτή παραπέμπει σε έναν κόσμο όπου οι μεγάλες δυνάμεις θα κινούνται εντός διακριτών γεωγραφικών και στρατηγικών ζωνών τους.
Η ανάγνωση αυτή επιβεβαιώνεται από τη συμπεριφορά των μεγάλων δυνάμεων. Η απουσία ουσιαστικής αντίδρασης Ρωσίας και Κίνας στις εξελίξεις στη Βενεζουέλα συνιστά ένδειξη στρατηγικής ανοχής. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο φαινόμενο, καθώς για τρίτη φορά μετά το Ιράν και τη Συρία επιλέγουν την εγκατάλειψη συμμάχων τους στο πεδίο, στο πλαίσιο ευρύτερων συστημικών υπολογισμών. Σε αυτό το πλαίσιο, οι σφαίρες επιρροής αναδεικνύονται όχι μόνο ως γραμμές αντιπαράθεσης, αλλά και ως μηχανισμοί άτυπης συνεννόησης. Υπό άλλες συνθήκες, τα συγκεκριμένα θέατρα θα είχαν ενεργοποιηθεί ως μέτωπα αναχαίτισης της δυτικής ισχύος.
Οι λόγοι της στρατηγικής αναμονής
Με πολλαπλά μέτωπα ήδη ανοιχτά, η Ουάσινγκτον, Πεκίνο και Μόσχα στερούνται την πολυτέλεια μιας μετωπικής αναμέτρησης. Αντιθέτως, και οι τρεις επιδιώκουν την απόκτηση στρατηγικού χρόνου, στοιχείο που ενισχύει την εκτίμηση ότι το διεθνές σύστημα τείνει προς μια σύγχρονη εκδοχή της Γιάλτας.
Από στρατηγικής άποψης αφού άμυνα και επίθεση είναι αλληλένδετες, τότε καμία επιθετική πρωτοβουλία δεν μπορεί να εκδηλωθεί χωρίς προηγούμενο περιορισμό των κενών ασφαλείας στον άμεσο γεωπολιτικό χώρο και εδραίωση ελέγχου στα κρίσιμα περιφερειακά μέτωπα. Υπό αυτή την έννοια, η προετοιμασία άμυνας λειτουργεί όχι μόνο αποτρεπτικά, αλλά και ως προϋπόθεση μελλοντικής επιθετικής κίνησης. Στην παρούσα φάση, κανένας από τους μεγάλους δρώντες δεν έχει επιτύχει αυτή τη σταθεροποίηση. Ως εκ τούτου, κανείς δεν είναι έτοιμος να υπερβεί το κατώφλι της επίθεσης.
Κίνδυνοι στο αμερικανικό εσωτερικό
Οι αντιδράσεις των Δημοκρατικοί στις κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ στη Βενεζουέλα προϊδεάζουν για το εύρος της εσωτερικής έντασης που θα προκύψει εφόσον καταστεί ότι υπάρχει το ενδεχόμενο αποδοχής κινεζικής επικυριαρχίας στην Ταϊβάν. Αν αυτό το σενάριο επιβεβαιωθεί, τότε οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέρχονται σε περίοδο αυξημένης εσωτερικής πολιτικής έντασης.
Ο Σιωπηλός κερδισμένος: η Ινδία
Η Ινδία διατηρεί χαμηλό προφίλ, ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται δημογραφικά, οικονομικά και τεχνολογικά. Κρατά ανοιχτούς διαύλους τόσο με τον δυτικό συνασπισμό υπό τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και με τον ανατολικό, χωρίς να εντάσσεται οργανικά σε κανέναν. Λειτουργεί ως swing power εντός της γκρίζας ζώνης, κάτι που της επιτρέπει το μέγεθος της. Την ίδια στιγμή επωφελείται από το γεγονός ότι οι άλλες τρεις μεγάλες δυνάμεις παραμένουν απορροφημένες στη διαχείριση και τον έλεγχο του εγγύς εξωτερικού τους.
Περνώντας στη Βενεζουέλα, η υπόθεση εντάσσεται ευθέως στη συνολική διαχείριση μετώπων από τον Ντόναλντ Τραμπ. Η στρατηγική του εκτυλίσσεται σε τρία επίπεδα εσωτερικό εξωτερικό και περιφερειακό. Η Βενεζουέλα ανήκει στο περιφερειακό μέτωπο, το οποίο διαρθρώνεται σε δύο διακριτά σκέλη.
- Ευρωπαϊκή ήπειρος
Εκεί το ουκρανικό μέτωπο αφήνεται να παράγει φθορά, λειτουργώντας αποσταθεροποιητικά σε συνδυασμό με τις πολιτικές και θεσμικές κρίσεις των ευρωπαϊκών ηγεσιών. Σε αυτό το σκέλος ο Τραμπ προς το παρόν δεν παρεμβαίνει ενεργά.
- Αμερικανική ήπειρος
Εκεί η Ουάσινγκτον επιδιώκει την επαναβεβαίωση του ελέγχου στον εγγύς γεωπολιτικό της χώρο. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο εντάσσονται οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα.
Τα συστημικά αίτια:
«Αν το διεθνές σύστημα είναι η σκακιέρα και τα κράτη τα κομμάτια της, τότε η εσφαλμένη ανάγνωσή του ισοδυναμεί με οδήγηση στο αντίθετο ρεύμα, χωρίς χάρτη πλοήγησης, χωρίς ορατότητα και χωρίς φρένα» Κ.Κ
Η περίπτωση της Βενεζουέλας, και ευρύτερα της Λατινικής Αμερικής, αναδεικνύεται σε χαρακτηριστικό παράδειγμα επιβολής ηγεμονικής πειθαρχίας εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών, έναντι ενός καθεστώτος που, παρότι ήδη διατηρούσε στενές σχέσεις με τη Ρωσία, την Κίνα και το Ιράν (καθώς και διαχρονικά προβλήματα, όπως το ζήτημα των ναρκωτικών), υπό τη μορφή στρατηγικής συμμαχίας από την άνοδο του Ούγκο Τσάβες στην εξουσία, καθίσταται σήμερα ζήτημα αυξημένης στρατηγικής βαρύτητας.
Στο πλαίσιο της τρέχουσας συστημικής μετάβασης, το καθεστώς αυτό βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπο με μια δραστική συρρίκνωση της αμερικανικής ανοχής, καθώς η μετάβαση από το μονοπολικό σύστημα σε μια Δικεντρική–Πολυπολική δομή διεθνούς ισχύος, την οποία έχω αναπτύξει ως θεωρητικό πλαίσιο για την ερμηνεία της νέας αρχιτεκτονικής του διεθνούς συστήματος, καθιστά τη συνέχιση και την εμβάθυνση αυτής της ευθυγράμμισης συστημικά πιο απειλητική για την αμερικανική ηγεμονική τάξη.
Η μεταβολή, συνεπώς, δεν αφορά πρωτίστως τη συμπεριφορά της Βενεζουέλας, αλλά τη μετατόπιση των ορίων ανοχής της αμερικανικής ηγεμονίας μέσα σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα, όπου παγιωμένες σχέσεις με έναν αντίπαλο συνασπισμό αποκτούν πλέον αυξημένη συστημική βαρύτητα και, κατά συνέπεια, ενεργοποιούν «διορθωτικές» κινήσεις από μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το διεθνές δίκαιο στη σκιά της ανακατανομής ισχύος
Από ρεαλιστική σκοπιά, σε ένα άναρχο διεθνές σύστημα η ισχύς προηγείται λειτουργικά των κανόνων. Το διεθνές δίκαιο και οι θεσμοί αντλούν την αποτελεσματικότητά τους από την κατανομή και τη βούληση ισχύος των δρώντων και όχι το αντίστροφο. Υπό αυτή την έννοια, η ισχύς συνιστά το πρωτεύον διαμορφωτικό στοιχείο της διεθνούς τάξης, ενώ οι τυπικοί κανόνες λειτουργούν ως παράγωγα και αντανάκλαση αυτής της κατανομής.
Αξίζει να υπενθυμιστεί ότι, παρά τον ρόλο ως θεμέλιο της διεθνούς τάξης, το διεθνές δίκαιο στην πράξη αποτελεί προϊόν των ισχυρών κρατών. Τα κράτη αυτά το επικαλούνται και το αξιοποιούν ως εργαλείο ενίσχυσης των στρατηγικών τους θέσεων όταν τα εξυπηρετεί, ενώ το παρακάμπτουν χωρίς ουσιαστικές συνέπειες όταν έρχεται σε σύγκρουση με ζωτικά τους συμφέροντα. Σε περιόδους λοιπόν συστημικής μετάβασης, αυτή η πραγματικότητα καθίσταται ακόμη πιο εμφανής.
Βενεζουέλα – Τα μηνύματα και οι αποδέκτες
Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί έναν συνολικό ανασχηματισμό της εικόνας των ΗΠΑ, προβάλλοντας αδιάλλακτη αποφασιστικότητα τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές στερέωμα. Το μήνυμα είναι σαφές, η περίοδος της πολιτικής ορθότητας και των συμβολικών κινήσεων που εξέπεμπαν αδυναμία, στοιχεία που χαρακτήρισαν την εποχή Μπάιντεν, ανήκει πλέον οριστικά στο παρελθόν.
Παρά τη μετάβαση σε ένα σύνθετο πολυπολικό σύστημα όπου αναδύονται νέοι δρώντες, η αναγνώρισή τους από την Ουάσινγκτον δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με αποδοχή ισοτιμίας. Η ταχύτητα και η ακρίβεια της επιχείρησης σύλληψης Μαδούρο αποδεικνύουν ότι οι ΗΠΑ διατηρούν ένα αδιαμφισβήτητο ποιοτικό πλεονέκτημα ισχύος. Με αυτόν τον τρόπο, η Ουάσινγκτον επιβεβαιώνει στην πράξη ότι παραμένει η νούμερο ένα υπερδύναμη στον πλανήτη.
Πιο συγκεκριμένα, προς τη Ρωσία το μήνυμα επικεντρώνεται παραδειγματικά στην επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα. Ενώ η ρωσική «ειδική επιχείρηση» στην Ουκρανία ξεκίνησε ως περιορισμένη κίνηση και κατέληξε σε στρατηγική παγίδα φθοράς, η Ουάσινγκτον επιδεικνύει εμφατικά τον τρόπο εκτέλεσης επιχειρήσεων όταν ο στόχος είναι ο απόλυτος έλεγχος, ενώ η δράση αυτή λειτουργεί επίσης αποτρεπτικά προς την Κίνα και ταυτόχρονα αφοπλίζει τους Ευρωπαίους σε σχέση με το αφήγημα της επιτιθέμενης Ρωσίας.
Τέλος, πρόκειται για ένα ηχηρό μήνυμα προς τις ηγεσίες του δυτικού ημισφαιρίου σχετικά με τα όρια ανοχής της Ουάσινγκτον, με στόχο την επαναφορά της ιεραρχίας εντός του δυτικού στρατοπέδου. Η περίπτωση της Βενεζουέλας και του ηγέτη της αναδεικνύεται σε παράδειγμα προς αποφυγή. Σε αυτό το πλαίσιο, η στρατηγική παραμένει ενιαία και αμετάβλητη, είτε αφορά την Ευρωπαϊκή είτε την Αμερικανική ήπειρο. Αυτό που αναπροσαρμόζεται είναι η τακτική δράση ανάλογα με τη γεωγραφία, ακολουθώντας την κυνική αλλά αποτελεσματική λογική τύπου: «Plata o Plomo» –σε εξαγοράζω, η’ σε εξουδετερώνω.
Η λογική του legacy και όχι του συμβολισμού
Συχνά οι κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ ερμηνεύονται μέσα από το πρίσμα της επικοινωνιακής προβολής ή της επιδίωξης συμβολικών διακρίσεων, όπως ένα Νόμπελ Ειρήνης, μια ανάγνωση όμως που παραβλέπει τη βαθύτερη στόχευση του Αμερικανού προέδρου, η οποία εδράζεται πρωτίστως σε όρους πολιτικής και, κυρίως, ιστορικής κληρονομιάς. Στόχος του είναι να αφήσει απτό αποτύπωμα στο αμερικανικό στρατηγικό δόγμα, συνδέοντας το όνομά του όχι απλώς με μια περίοδο ανασυγκρότησης της αμερικανικής ισχύος, αλλά και με τη φιλοδοξία ένταξης στην κατηγορία ηγετών που σφράγισαν εποχές και όχι απλώς θητείες, όπως ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ ή ο Σαρλ ντε Γκωλ. Ουσιαστικά, να καταγραφεί ως ο πρόεδρος που, σε μια περίοδο συστημικής μετάβασης, δεν διαχειρίστηκε απλώς την αδράνεια και την απώλεια της μονοπολικής στιγμής, αλλά επιχείρησε να επανακαθορίσει τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών και, κατ’ επέκταση, τη μοίρα ολόκληρου του κόσμου.