Κοιτάζω το κενό στον καναπέ και νιώθω σαν να κλέβω.
Υπάρχουν στιγμές που όλα σωπαίνουν. Δεν χτυπάει το τηλέφωνο, δεν σε χρειάζεται κανείς, δεν υπάρχει κάτι επείγον να σου ζητήσει παρουσία. Κι όμως, αντί για ανακούφιση, εμφανίζεται ενοχή. Μπαίνει μόνη της χωρίς πρόσκληση. Κάθεται απέναντί σου και σε κοιτάει σαν να λέει : “Εσύ γιατί σταμάτησες;”
Για πολλές γυναίκες, αυτή η παύση δεν μοιάζει με ξεκούραση. Μοιάζει με παράβαση. Ο χρόνος για τον εαυτό μας δεν αντιμετωπίζεται ως ανάγκη. Αντιμετωπίζεται ως πολυτέλεια. Και όχι μια ουδέτερη πολυτέλεια, αλλά κάτι ύποπτο. Κάτι που εύκολα βαφτίζεται εγωϊσμός, αδιαφορία, απομάκρυνση. Σπάνια θα ακουστεί ότι μια γυναίκα χρειάστηκε να ακούσει τον εαυτό της. Πιο συχνά θα ειπωθεί ότι “άλλαξε”, λες και η αλλαγή είναι από μόνη της πρόβλημα.
Θυμάμαι τη μητέρα να πέφτει στο κρεβάτι τελευταία. Όχι επειδή το ήθελε, αλλά επειδή δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Αφού είχαν τελειώσει όλα. Αφού το σπίτι ήταν στην εντέλεια. Αφού όλοι οι άλλοι είχαν τακτοποιηθεί. Το σώμα της βαρύ, σχεδόν ξένο. Ποιος χρόνος για εκείνη; Ποια ερώτηση; Έτσι μάθαμε, χωρίς λέξεις, ότι η γυναίκα έρχεται στο τέλος. Κι αν περισσέψει κάτι, ίσως τότε.
Με αυτή την εικόνα μεγαλώσαμε. Κι έτσι, όταν σήμερα ζητάμε λίγο χώρο, δεν το κάνουμε αθώα. Κάπου μέσα μας υπάρχει ήδη η κατηγορία έτοιμη. Ότι κάτι αφήνουμε πίσω. Ότι κάποιος θα δυσαρεστηθεί. Ότι κάπου δεν σταθήκαμε αρκετά. Και συχνά, το περιβάλλον απλώς έρχεται να επιβεβαιώσει αυτό που ήδη φοβόμαστε.
Η φροντίδα του εαυτού παρουσιάστηκε τα τελευταία χρόνια σαν κάτι απλό, σχεδόν εύπεπτο. Σαν μια πράξη που δεν ενοχλεί, δεν αναστατώνει, δεν αλλάζει ισορροπίες. Αλλά η αλήθεια είναι πιο δύσκολη. Η ουσιαστική φροντίδα δεν είναι πάντα ήρεμη. Είναι επιλογές που σε φέρνουν αντιμέτωπη με τους άλλους και με εσένα. Είναι το “όχι” που δεν ξέρεις αν αντέχεις να πεις. Είναι η στιγμή που διαλέγεις να μείνεις μόνη αντί να συνεχίσεις να λειτουργείς μηχανικά.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται η λεπτή γραμμή. Όχι θεωρητικά. Σωματικά. Υπάρχει μια στιγμή που η γυναίκα που λέει “το κάνω για μένα” δεν νιώθει γαλήνη. Νιώθει σφίξιμο. Όχι επειδή κάνει κάτι λάθος, αλλά επειδή δεν είναι σίγουρη από πού ξεκινά η ανάγκη και πού αρχίζει η φυγή. Είναι κουρασμένη, αλλά και θυμωμένη. Θέλει χώρο, αλλά και να μην εξηγήσει. Κι εκεί είναι που η φροντίδα κινδυνεύει να γίνει άμυνα. Όχι επειδή είναι εγωϊστρια, αλλά επειδή είναι εξαντλημένη.
Αυτή η στροφή γίνεται αργά, αθόρυβα. Όταν το “δεν αντέχω άλλο” μετατρέπεται σε “δεν θέλω να ακούσω κανέναν”. Όταν ο χώρος που ζητάς δεν είναι για να ανασάνεις, αλλά για να μη σε αγγίξει τίποτα. Δεν είναι εύκολο να το παραδεχτείς. Αλλά αν δεν το δεις, χάνεται το νόημα.
Η ενοχή σε αυτό το σημείο, δεν είναι απαραίτητα εχθρός. Μπορεί να είναι ένδειξη. Όχι για να επιστρέψεις πίσω, αλλά για να καταλάβεις από που δίνεις. Από ανάγκη ή από άμυνα. Από σεβασμό ή από θυμό.
Ο προσωπικός χρόνος δεν είναι απόσυρση. Είναι επανατοποθέτηση. Είναι ο τρόπος να θυμηθείς ποια είσαι πριν γίνεις ρόλος. Κι αυτός ο σεβασμός προς τον εαυτό δεν εγγυάται ότι όλα θα είναι εύκολα. Απλώς κάνει τα πράγματα πιο αληθινά.
Ίσως, τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν το “το κάνω για μένα” είναι εγωϊσμός. Ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα είναι άλλο: πότε το λέω επειδή σέβομαι τον εαυτό μου και πότε επειδή δεν αντέχω άλλο να δίνω χωρίς να νιώθω τίποτα;
Κι αυτό το ερώτημα, αν το αφήσεις ανοιχτό δεν ζητά απάντηση.
Ζητά ειλικρίνεια.