Η ερώτηση «πώς θα μοιάζει η κοινωνία σε εκατό χρόνια» φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράλογη. Κι όμως, ελάχιστες ερωτήσεις μάς αφορούν τόσο βαθιά.
Επιστήμονες, μελλοντολόγοι και οργανισμοί στρατηγικών προβλέψεων αναλύουν σενάρια και προβάλλουν εικασίες που συχνά διαψεύδονται κι άλλοτε ξεπερνιούνται από την ίδια τη ζωή.
Η λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας, ωστόσο, έχει ένα μοναδικό προνόμιο: να πλάθει κόσμους και να προβάλλει το μέλλον χωρίς το άγχος της επαλήθευσης.
Συγγραφείς του είδους έχουν ήδη σκιαγραφήσει έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος, αργά ή γρήγορα, θα κάνει τα επόμενα ουράνια βήματα:
Θα δημιουργήσει ουράνιες πολιτείες, όπου κοινότητες ανθρώπων θα αντικρίζουν τη Γη από ψηλά.
Θα κατασκευάσει την «ουράνια σκάλα», ένα μέσο μεταφοράς ανθρώπων και εμπορευμάτων στο διάστημα.
Θα επιχειρήσει τη γεωπλασία του Άρη, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στην αναζήτηση βιώσιμων κόσμων.
Η τεχνολογία θα έχει μεταμορφώσει ριζικά τη ζωή:
Η «έξυπνη» τεχνολογία θα έχει διεισδύσει σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας, καθιστώντας την εργασία, την υγεία και την εκπαίδευση πεδία συνεχούς αλληλεπίδρασης ανθρώπου και μηχανής.
Η τεχνητή νοημοσύνη θα έχει πάψει να είναι εργαλείο. Θα διαμορφώνει πολιτικές αποφάσεις, θα συμμετέχει στη διαχείριση πόρων και ίσως να αμφισβητεί την ίδια την έννοια της ανθρώπινης μοναδικότητας.
Μορφές ζωής συνθετικής ευφυΐας θα διαθέτουν ενσυναίσθηση και ικανότητα συναισθηματικής επικοινωνίας, επαναπροσδιορίζοντας τις προσωπικές σχέσεις και την έννοια της οικογένειας.
Παράλληλα, η σωματική και νοητική αναβάθμιση των οικονομικά ισχυρών θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν νέο βιολογικό διαχωρισμό ανάμεσα στους «βελτιωμένους» και στους κοινούς θνητούς.
Κι αν οι τεχνολογικές προβλέψεις μοιάζουν τολμηρές, ακόμη δυσκολότερη είναι η πρόγνωση των κοινωνικοπολιτικών αλλαγών.
Για να φανταστεί κανείς το μέλλον, πρέπει πρώτα να κατανοήσει σε βάθος την εποχή του.
Πριν από τον 18ο αιώνα, οι φιλόσοφοι και οι πολιτικοί σπάνια διέκριναν τις κοινωνικές μεταβολές και ακόμη σπανιότερα αντιλαμβάνονταν τις αιτίες τους. Οι αλλαγές αποδίδονταν σε πρόσωπα και όχι σε κοινωνικές αναγκαιότητες.
Η κοινωνιολογική σκέψη μάς δίδαξε αργότερα πως κάθε κοινωνικό σύστημα είναι παροδικό και οι μεταβολές του καθορίζονται από την ανάγκη.
Κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα, η φιλοσοφία και η πολιτική συνδέθηκαν με τη δράση των ανθρώπων, επιδιώκοντας να αλλάξουν τον κόσμο.
Στον 21ο αιώνα, όμως, το στοίχημα μοιάζει διαφορετικό: δεν είναι η αλλαγή, αλλά η διατήρηση.
Η αναζήτηση ενός ελπιδοφόρου, ειρηνικού μέλλοντος με ισότητα και αδελφοσύνη μοιάζει να έχει ξεστρατίσει από τα μυαλά των ανθρώπων.
Η συντηρητική αναδίπλωση της πολιτικής σκέψης, η προσαρμογή των αιτημάτων και οι ανώδυνες μεταρρυθμίσεις συχνά εξυπηρετούν τη διατήρηση του ίδιου του συστήματος.
Αν προσπαθούσαμε να φανταστούμε την κοινωνία σε εκατό χρόνια, η εικόνα δεν θα ήταν απαραίτητα αισιόδοξη.
Λίγες υπερπολυεθνικές θα καθορίζουν την πορεία του πλανήτη: όχι μόνο μέσα από τα προϊόντα τους, αλλά μέσω δικτύων επιρροής, ενέργειας, δεδομένων και μηχανισμών ελέγχου που θα διαμορφώνουν την ίδια την πραγματικότητα.
Τα κράτη θα εξακολουθούν να υπάρχουν, μα περισσότερο σαν διοικητικά παραρτήματα αυτών των συμφερόντων.
Η πολιτική θα υπηρετεί, δεν θα καθορίζει.
Και οι πολίτες, με τις επιλογές τους προδιαγεγραμμένες από αόρατα προφίλ και αλγοριθμικά μοντέλα, θα πιστεύουν ακόμη πως αποφασίζουν ελεύθερα.
Η εργασία θα έχει αλλάξει μορφή.
Για πολλούς θα είναι πια ανάμνηση και για άλλους εξαντλητική ρουτίνα μέσα σε κόσμους πλήρους αυτοματοποίησης.
Η τεχνητή νοημοσύνη θα έχει πάρει τα χέρια και τα μάτια του ανθρώπου, κι εκείνος ίσως να μην θυμάται πια τι σημαίνει να είναι πραγματικά παρών στον κόσμο.
Η ανισότητα θα είναι διάχυτη, σχεδόν φυσική κατάσταση.
Ο φόβος, το κέρδος και η ανάγκη για έλεγχο θα τροφοδοτούν μια αέναη κούρσα εξοπλισμών και υπεροχής, μια εύθραυστη ειρήνη που θα συντηρεί την ευημερία των λίγων και την υπακοή των πολλών.
Κάτω απ’ αυτήν, μια υπόγεια συμφωνία μεταξύ «αντιπάλων» θα υποθάλπει την ψευδαίσθηση του ανταγωνισμού, την πιο ασφαλή μορφή διαιώνισης της εξουσίας.
Κι ενώ ο πλανήτης θα ασφυκτιά, η οικολογική κρίση θα παραμένει το κοινό τους τυφλό σημείο.
Η Γη, πιο θερμή, πιο ασταθής, πιο άνιση, ίσως να μην αντέχει πια την παρουσία μας.
Αλλά ακόμη και τότε, η τεχνολογία θα συνεχίζει να υπόσχεται λύσεις, χωρίς ποτέ να αγγίζει το θεμελιώδες αίτιο:
Τη αρχή του συστήματος, εκείνη την ακόρεστη βούληση για εξουσία και δύναμη, που ανέθρεψε την πρόοδο και τη διαβρώνει από μέσα.
Κι όμως, η ιστορία έχει αποδείξει πως τίποτα δεν διαρκεί για πάντα.
Κάθε σύστημα έχει τη δική του ημερομηνία λήξης.
Το πώς θα μοιάζει η ανθρώπινη κοινωνία σε εκατό χρόνια δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα τελεολογικής σκέψης. Θα εξαρτηθεί από τις πράξεις, τις επιλογές και τα λάθη μας.
Ίσως, τελικά, το ερώτημα “σε εκατό χρόνια από τώρα” να μην αφορά τόσο το τι θα έχει αλλάξει, όσο το ποιοι θα είμαστε μέσα σε αυτόν τον νέο κόσμο.
Αν θα έχουμε διατηρήσει την ικανότητα να νιώθουμε, να ονειρευόμαστε, να αμφισβητούμε.
Αν η ιστορία θα έχει τελειώσει ή αν, μέσα από όλες αυτές τις μεταμορφώσεις, θα ξεκινά μόλις τότε μια καινούρια ιστορία.