Δεν το λέω με υπερηφάνεια.

Ούτε με αυτολύπηση.

Advertisement
Advertisement

Το λέω σαν διαπίστωση.

Σαν κάτι που με βρήκε και με ανάγκασε να το κοιτάξω κατάματα.

Κάποτε είχα άποψη για τα πάντα. Για τους ανθρώπους, για τις σχέσεις, για το σωστό και το λάθος.  Ήξερα τι θα έκανα εγώ. Τι δεν θα έκανα ποτέ. Ποια θα γίνω. Η βεβαιότητα ήταν κομμάτι της ταυτότητάς μου.

Σήμερα δεν είμαι τόσο σίγουρη. Για τίποτα. Ούτε για το σωστό, ούτε για το λάθος. Ούτε κι αυτό είναι το πιο δύσκολο, για το ποια είμαι.

Κι αυτό αλλάζει τα πάντα.

Στα είκοσι, στα τριάντα, τα ήξερες. Έτσι νόμιζες τουλάχιστον. Και τότε αυτό σου ήταν αρκετό. Ήξερες ποιος είναι καλός και ποιος κακός. Ποιοι άνθρωποι “αξίζουν” και ποιοι όχι. Τι θα έκανες και τι δεν θα έκανες ποτέ. Ποια θα γίνεις.

Advertisement

Η ζωή ήταν καθαρά χωρισμένη σε κουτάκια. Ή άσπρο ή μαύρο.

Και υπήρχε μια ανακουφιστική δύναμη σε αυτό. Η βεβαιότητα σου έδινε ταχύτητα. Δεν δίσταζες. Δεν κοίταζες πίσω. Προχωρούσες με τη φωτιά εκείνου που δεν έχει ακόμη αμφιβάλλει σοβαρά για τον εαυτό του.

Προχωρώντας όμως, συνήθως χωρίς κάποια προειδοποίηση το σκηνικό αλλάζει. Τα σίγουρα  αρχίζουν να κλονίζονται. Άνθρωποι που είχες κατατάξει αβίαστα στους “κακούς”, αποδεικνύεται ότι κουβαλούσαν πόνο, φόβο, ιστορίες που δεν ήξερες.  Ούτε μπήκες ποτέ στον κόπο να ρωτήσεις.

Advertisement

Επιλογές που κάποτε καταδίκαζες αποκαλύπτουν μια πολυπλοκότητα που δεν χωράει σε εύκολες κρίσεις. Και αυτό είναι το πιο άβολο απ΄όλα. Πιάνεις τον εαυτό σου να κάνει πράγματα που παλαιότερα θα κατέκρινες χωρίς δεύτερη σκέψη.

Όχι γιατί χάλασες.

Αλλά γιατί έμαθες ότι η ζωή δεν παίζεται σε επίπεδο θεωρίας.

Advertisement

Αυτή η απώλεια της βεβαιότητας δεν είναι απελευθέρωση. Όχι στην αρχή τουλάχιστον. Είναι κρίση. Είναι ταρακούνημα. Γιατί μαζί με το “ξέρω” χάνεις και κάτι από την ταυτότητά σου. Χάνεις την πυξίδα που σε καθοδηγούσε, έστω και αν ήταν πρόχειρη.

Και ξαφνικά, στέκεσαι σε ένα τοπίο χωρίς ευθείες γραμμές. Δεν ξέρεις προς τα που να πας, γιατί δεν είσαι σίγουρη ποιο είναι το σωστό μονοπάτι. Κι αυτό είναι τρομακτικό.

Γιατί μας έμαθαν να πιστεύουμε ότι η σιγουριά είναι δύναμη.

Advertisement

Και εκεί, όχι όλες, όχι πάντα, αρχίζει να σχηματίζεται κάτι άλλο. Όχι απαντήσεις. Αντοχή. Η κατανόηση ότι η ωριμότητα δεν είναι να ξέρεις. Είναι να ζεις με το “δεν ξέρω” χωρίς να καταρέεις.

Advertisement

Να αντέχεις την αμφιβολία χωρίς να βιάζεσαι να τη φιμώσεις. Να μη χρειάζεται πια να κατηγοριοποιήσεις τα πάντα για να νιώσεις ασφαλής. Δεν είναι εντυπωσιακό. Είναι ήσυχο. Και απαιτητικό.

Κι εδώ υπάρχει μια παράδοξη δύναμη. Όσο λιγότερο απόλυτη γίνεσαι, τόσο πιο ανθρώπινη. Πιο συμπονετική. Πιο ανοιχτή στο να αλλάξεις γνώμη, να μάθεις, να πεις “έκανα λάθος”, χωρίς να το βιώνεις ως προσωπική ήττα.

Η αβεβαιότητα, όταν πάψει να είναι εχθρός, γίνεται χώρος. Χώρος για κατανόηση. Για πραγματική επαφή. Για εξέλιξη που δεν βασίζεται στην έπαρση.

Advertisement

Αλλά ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Υπάρχει τίμημα. Χάνεται η φωτιά της σιγουριάς. Εκείνη η ένταση να πιστεύεις με μανία. Η ευκολία να παίρνεις θέση χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς δισταγμό.

Κάποιες φορές ίσως ζηλεύεις τον παλιό σου εαυτό. Τον πιο αφελή. Τον πιο απόλυτο. Τον πιο σίγουρο. Ήταν πιο κουραστικός ίσως, αλλά είχε λιγότερες ρωγμές. Και οι ρωγμές όσο κι αν σε μεγαλώνουν, πονάνε.

Ίσως τελικά το μεγάλωμα να μην είναι να μαθαίνεις περισσότερα. Ίσως είναι να αντέχεις να ξέρεις λιγότερα. Να ζεις με το λιγότερο σίγουρο χωρίς να το μετατρέπεις σε κυνισμό ή παραίτηση.

Να προχωράς όχι επειδή ξέρεις, αλλά επειδή έμαθες να περπατάς και στο γκρι.