Κάποια στιγμή στη ζωή μου κατάλαβα ότι δεν κουβαλάω μόνο ρόλους, υποχρεώσεις και αναμνήσεις.
Κουβαλάω κουτάκια.
Αόρατα, τακτοποιημένα, στοιβαγμένα μέσα μου σαν αποθήκη, που δεν τόλμησα ποτέ να ξεκαθαρίσω.
Το καθένα με την ετικέτα του:
“Μη ζητάς”
“Μην επιβαρύνεις”
“Να είσαι δυνατή”
“Κράτησέ τα μέσα σου”
“Μην το κάνεις θέμα”
Παλιότερα τα θεωρούσα χαρακτήρα. Πίστευα ότι έτσι γεννήθηκα. Ανεξάρτητη. Δυνατή. Αυτάρκης. Σήμερα ξέρω την αλήθεια. Δεν ήταν χαρακτήρας. Ήταν εκπαίδευση. Μου τα έδωσαν άνθρωποι που με αγαπούσαν, ή έτσι ήξεραν να αγαπούν. Μου τα έδωσε η οικογένεια, το σχολείο, οι σχέσεις. Τα πήρα χωρίς πολλές ερωτήσεις. Όπως παίρνεις μια βαλίτσα στο χέρι όταν σου λένε “έτσι πρέπει”.
Και μεγάλωνα.
Και βάραινα.
Χωρίς να καταλαβαίνω γιατί κουράζομαι τόσο εύκολα. Γιατί θυμώνω χωρίς λόγο. Γιατί νιώθω “λίγη” ενώ κάνω τόσα πολλά.
Το κόστος ήταν αόρατο αλλά πραγματικό. Δεν ήταν δραματικό. Δεν ήταν τραγωδία. Ήταν πιο υπόκωφο: σχέσεις που έμειναν επιφανειακές γιατί δεν τόλμησα να ζητήσω. Όνειρα που μαράθηκαν γιατί δεν ήθελα να επιβαρύνω. Χαρές που σίγησαν γιατί “δεν ήταν σοβαρό θέμα”. Η ίδια μου η φωνή, που σιγόκαιε σιγά σιγά, να γίνει ψίθυρος.
Θυμάμαι να κάθομαι μόνη μου στο σπίτι, με τον καφέ μου να κρυώνει, κουρασμένη χωρίς προφανή λόγο. Δεν κάνω κάτι λάθος. Είμαι σωστή. Πρόθυμη. Βοηθάω. Δεν ζητάω. Στηρίζω. Γιατί νιώθω τόσο άδεια;
Είχα πείσει τον εαυτό μου πόσο δυνατή ήμουν. Πόσο καλά τα κατάφερνα. Ήθελα να κλάψω, η ψυχή μου πονούσε, αλλά είχα ξεχάσει πως γίνεται αυτό. Τα δάκρυα δεν έρχονταν. Ούτε η φωνή. Μόνο μια βαριά κούραση που δεν έφευγε με τον ύπνο. Κάπου εκεί κατάλαβα. Δεν φταίει η ζωή. Φταίνε τα κουτιά που δεν άνοιξα ποτέ.
Γιατί τα κουτάκια, αυτά τα τακτοποιημένα, τετράγωνα πράγματα με τις ίσιες γραμμές, γίνονται φυλακή. Σου κόβουν την ανάσα. Σου παίρνουν τη φωνή. Σε κάνουν να ζεις “όπως πρέπει”, όχι όπως είσαι.
Μα η ζωή δεν είναι τετράγωνη. Δεν μπαίνει σε γραμμές. Έχει ανάγκες που δεν ντρέπονται, επιθυμίες που δεν ζητάνε άδεια, όνειρα που δεν χωράνε σε κουτί. Έχει ψυχή που θέλει να αναπνέει, όχι να διατηρείται. Έχει σκανταλιά, θόρυβο, ακαταστασία. Και όλα αυτά, τα σκοτώνουν τα “πρέπει”.
Τα κουτάκια δεν σου παίρνουν μόνο χώρο. Σου παίρνουν την επίγνωση του ποια είσαι. Σε κάνουν να ξεχνάς τι θέλεις. Σε κάνουν να ρωτάς “τι πρέπει;” αντί για “τι νιώθω;”.
Όταν τόλμησα να ανοίξω το πρώτο, φοβήθηκα. Είχε μέσα φόβο, να μη χάσω την αποδοχή, να μη θεωρηθώ αδύναμη, να μην πουν “μα εσύ ήσουν η δυνατή”. Και κατάλαβα κάτι σκληρό : πολλά από τα κουτάκια μου δεν τα κρατούσα επειδή με πλήγωναν. Τα κρατούσα επειδή με προστάτευαν. Με έκαναν βολική. Ασφαλή. Μη απαιτητική.
Κι αυτό… κάποια στιγμή σε σκοτώνει λίγο λίγο.
Το άνοιγμα των κουτιών δεν είναι όμορφη διαδικασία. Είναι άβολο. Το πρώτο που άφησα κάτω έγραφε : “Μη ζητάς βοήθεια.” Όταν το έκανα, ένιωσα ντροπή. Σαν να παραδέχτηκα αδυναμία. Σαν να έχασα κάτι από αυτό που με έκανε “εμένα”.
Αλλά μετά… ένιωσα να αναπνέω. Σαν να άνοιξε ένα παράθυρο σε δωμάτιο που ήταν κλειστό για χρόνια. Κι αυτή η ανάσα, αυτό το τρεμάμενο αίσθημα ελευθερίας, ήταν η αρχή.
Κατάλαβα. Τα κουτάκια έπρεπε να αδειάσουν. Και στη θέση των “πρέπει” να μπει ψυχή. Στη θέση της σιωπής να μπει φωνή. Στη θέση του φόβου να μπει επιθυμία. Στη θέση της ενοχής να μπει επίγνωση.
Κάθε κουτί που αφήνεις κάτω είναι μια μικρή ελευθερία. Μια ανάσα πιο βαθειά. Ένα βήμα πιο κοντά στο ποια είσαι πραγματικά.
Η παλιά εγώ ήθελε να χωράει παντού. Η σημερινή θέλει να χωράει στον εαυτό της. Η παλιά εγώ δεν ζητούσε ποτέ. Η σημερινή ρωτάει “τι χρειάζομαι;” και ακούει την απάντηση. Η παλιά εγώ κρατούσε τα μέσα της για να μην επιβαρύνει. Η σημερινή ξέρει ότι οι σχέσεις δεν δημιουργούνται από σιωπή, αλλά από αλήθεια. Η παλιά ζούσε σε κουτί. Η σημερινή αναπνέει ελεύθερα.
Όταν το συνειδητοποιείς, κάτι αλλάζει. Δεν έχεις πια χρόνο να προσποιείσαι. Δεν θέλεις πια να διατηρείσαι. Θέλεις να ζεις. Θέλεις να γελάς δυνατά, να θυμώνεις καθαρά, να αγαπάς χωρίς φίλτρα. Θέλεις να μιλάς με τη δική σου φωνή, όχι με εκείνη που σου έμαθαν.
Και συνειδητοποιείς ότι η ελευθερία δεν είναι να μην έχεις τίποτα να κουβαλάς. Είναι να επιλέγεις τι θα κουβαλάς. Να ξέρεις ποια κουτιά είναι δικά σου και ποια σου τα έδωσαν άλλοι.
Σήμερα έχω ακόμα κουτάκια. Δεν τα πέταξα όλα. Δεν γίνεται άλλωστε. Κάποια είναι κομμάτια της ιστορίας μου. Αλλά τα βλέπω. Τα ξέρω. Και επιλέγω ποια θα συνεχίσω να κουβαλάω.
Και ποια θα αφήσω κάτω.
Στη μέση του δρόμου.
Χωρίς ενοχές.
Έμαθα κάτι απλό και συνάμα δύσκολο. Δεν είσαι υποχρεωμένη να τα κουβαλάς για πάντα. Δεν είσαι υποχρεωμένη να είσαι πάντα η δυνατή, η βολική, η αθόρυβη. Μπορεί να είσαι ανθρώπινη. Μπορεί να ζητάς. Μπορεί να αναπνέεις.
Κι όταν το κάνεις, όταν αφήνεις το πρώτο κουτί κάτω και το δεύτερο και το τρίτο, τότε καταλαβαίνεις τι σημαίνει πραγματική ελευθερία.
Δεν ήρθες για να χωράς σε κουτάκια.
Ήρθες για να ζεις.