Λέγεται ότι ο διάσημος Γάλλος ζωγράφος και εκ των ιδρυτών του ρεαλισμού Gustave Courbet (1819-1877) ζωγράφισε 2.000 πίνακες, εκ των οποίων 10.000 βρίσκονται στην Αμερική. Δεν γνωρίζω αν αυτό είναι αληθινό ή είναι ben trovato, που δείχνει τη διαχρονική πλαστογράφηση έργων τέχνης — κυρίως πινάκων ζωγραφικής – όχι μόνο διάσημων αλλά και γνωστών ζωγράφων, και την πώλησή τους αντί σημαντικών ποσών, με τιμή κατώτερη της εμπορικής «ως ευκαιρία», με συνοδεία ή όχι πιστοποιητικού γνησιότητας.

Σαφώς υπάρχουν ντόπια και διεθνή κυκλώματα παραεμπορίου πλαστών έργων τέχνης, που υπό κάλυψη νομιμότητας κερδίζουν τεράστια ποσά με τη διάθεσή τους, όχι όμως σε πραγματικούς συλλέκτες αλλά σε νεόπλουτους με εισήγηση ειδικών συμβούλων, που ενδεχόμενα μετέχουν στο κύκλωμα. Συνήθως, όταν αποκαλυφθεί η απάτη, ο αγοραστής για δικούς του λόγους δεν κινείται δικαστικά. Τα τελευταία όμως χρόνια έχουν αποκαλυφθεί κάποια κυκλώματα εμπορίας πλαστών πινάκων και έχουν επιβληθεί ποινές.

Advertisement
Advertisement

Πρόσφατα, κατόπιν καταγγελίας, διεξήχθη έρευνα σε γραφείο επώνυμου δικηγόρου, όπου βρέθηκαν 481 πίνακες γνωστών Ελλήνων ζωγράφων — οι περισσότεροι, κατά τον πραγματογνώμονα, πλαστοί -και τέσσερα πιστόλια. Η υπόθεση πήρε δημοσιότητα και παρουσιάστηκε ως μεγάλη επιτυχία της Αστυνομίας. Ο επώνυμος δικηγόρος και φίλος του επιχειρηματίας συνελήφθησαν, αλλά με ομοφωνία ανακριτή και εισαγγελέα αφέθηκαν ελεύθεροι χωρίς περιοριστικούς όρους, γεγονός που σημαίνει ότι δεν προέκυψαν στοιχεία ενοχής. Δεν συνηθίζω να σχολιάζω δικαστικές αποφάσεις, τις οποίες σέβομαι απόλυτα, αλλά θεωρώ ότι το δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να αιτιολογεί δημόσια τις αποφάσεις του, για να διασκεδάσει τη φήμη που επικρατεί στη κοινή γνώμη ότι οι επώνυμοι τυγχάνουν διακριτικής δικαστικής αντιμετώπισης.

Παράλληλα, διαπράττονταν κλοπές πινάκων από μουσεία, με πλέον γνωστές την κλοπή της Μόνα Λίζα από το Μουσείο του Λούβρου, της Κραυγής του Μουνκ από το Μουσείο του Όσλο, του πίνακα του Πικάσο από την Εθνική μας Πινακοθήκη, καθώς και κλοπές από ιδιωτικές συλλογές ή οι μαζικές αρπαγές έργων τέχνης από τους Ναζί, ιδίως από Εβραίους. Πολλά από τα κλεμμένα έργα έχουν βρεθεί και αποδοθεί στους ιδιοκτήτες. Η αναζήτηση είναι διαρκής από διεθνή οργάνωση, η οποία έχει καταρτίσει λίστα με κλεμμένα έργα τέχνης και, σε συνεργασία με τις τοπικές αρχές, τα αναζητά και τα κατάσχει αμέσως, χωρίς να υπάρχει παραγραφή. Η ύπαρξη της λίστας έχει ως αποτέλεσμα τα κλεμμένα να μη μπορούν να πωληθούν, τουλάχιστον δημόσια.

Για την ιστορία, ως δικαστής έχω δικάσει την κλοπή των πινάκων από το Μουσείο της Βουδαπέστης, που βρέθηκαν στο Αίγιο, και την κλοπή των πινάκων από το σπίτι του Χατζηκυριάκου-Γκίκα. Ως ΓΕΔΔ συνέταξα την έκθεση για τη κλοπή των πινάκων από την Εθνική Πινακοθήκη με απόδοση ευθυνών.

Για τα έργα τέχνης – ιδίως για τους πίνακες ζωγραφικής – πλαστός θεωρείται ο πίνακας που δημιουργήθηκε από άλλον ζωγράφο και όχι από αυτόν στον οποίο αποδίδεται, με σκοπό τη χρήση του για να παραπλανήσει άλλον ότι είναι δημιούργημα του συγκεκριμένου ζωγράφου, είτε ο πίνακας είναι ενυπόγραφος είτε όχι. Η πλαστογράφηση έργου τέχνης συνιστά αδίκημα που προβλέπεται από το άρθρο 216 ΠΚ και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι δέκα ετών, ανάλογα με το συνολικό όφελος ή τη συνολική ζημία, που αν υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ θεωρείται κακούργημα. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος, για τον παραπάνω σκοπό, εν γνώσει χρησιμοποιεί το πλαστό έργο τέχνης. Τα πιστοποιητικά γνησιότητας έργου τέχνης, εφόσον είναι πλαστά, συνιστούν πλαστογραφία εγγράφου, με ποινική αντιμετώπιση ανάλογη του οφέλους ή της ζημίας. Η απλή κατοχή πλαστού έργου τέχνης, ακόμα και εν γνώσει της πλαστότητας, δεν συνιστά το αδίκημα της πλαστογραφίας — ενδεχόμενα όμως να συνιστά άλλα αδικήματα κατά περίπτωση.

Στο ερώτημα αν αποτελεί πλαστογραφία όταν κάποιος αντιγράφει πίνακες άλλων ζωγράφων ή δημιουργεί πίνακες κατά μίμηση της ζωγραφικής άλλου, χωρίς όμως να αποδίδει την πατρότητα του έργου στον συγκεκριμένο ζωγράφο με την υπογραφή του ή χωρίς αυτή, η απάντηση είναι ότι δεν αποτελεί πλαστογραφία, αλλά ενδεχόμενα άλλα αδικήματα, όπως κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας. Στην περίπτωση αυτή ο πραγματικός δημιουργός ή οι κληρονόμοι του μπορούν να προσφύγουν δικαστικά. Η πλαστογραφία είναι αδίκημα που διώκεται αυτεπάγγελτα και οι πλαστοί πίνακες – προϊόντα αδικήματος – πρέπει να κατάσχονται, ακόμα και αν το αδίκημα έχει παραγραφεί, εκτός αν δεν θεωρούνται πλαστοί σύμφωνα με τα παραπάνω. Στην τελευταία περίπτωση πρέπει να επιστρέφονται στον ιδιοκτήτη. Τη τύχη των πλαστών πινάκων που έχουν κατασχεθεί αποφασίζει το δικαστήριο με απόφαση ή βούλευμα.

Πολλές φορές οι πλαστοί πίνακες έχουν αισθητική αξία, ίσως και οικονομική. Φυσικά, εφόσον πρόκειται περί προϊόντων εγκλήματος, δεν μπορούν να επιστραφούν στον ιδιοκτήτη, ούτε να πωληθούν ώστε το αντίτιμο να εισέλθει στο δημόσιο ταμείο. Αντί να καταστραφούν, η μόνη λύση που απομένει – και απαιτεί νομοθετική ρύθμιση – είναι, αφού σημανθούν οι πίνακες ως πλαστοί ώστε να μην μπορούν να πωληθούν, να διατεθούν σε δημόσια κτίρια προς στολισμό.

Λέανδρος Τ. Ρακιντζής
Αρεοπαγίτης ε.τ.