Αν το λυκόφως της δεκαετίας του ’80 και το λυκαυγές της επόμενης αποτέλεσαν τη μεταβατική περίοδο από την ψυχροπολεμική στη μεταψυχροπολεμική εποχή, κατά την τρέχουσα δεκαετία συντελείται μια ακόμη διαδικασία μετάβασης του διεθνούς συστήματος. Ο μεταψυχροπολεμικός κόσμος όπως συγκροτήθηκε από το ’90 και εντεύθεν παρήλθε, εφ’ όσον πολλά από τα χαρακτηριστικά της διεθνούς πολιτικής έχουν διαφοροποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που ανάγεται σε αναγκαία η αποσαφήνιση της νέας κατάστασης στην οποία διέρχεται το διεθνές σύστημα. Οι ανακατανομές ισχύος που έλαβαν χώρα το προηγούμενο διάστημα επανακαθορίζουν τις βασικές παραμέτρους του διεθνούς συστήματος, η δομή του οποίου δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί με κοινά αποδεκτό τρόπο· απόδειξη της πολυπλοκότητας και πολυσημίας των σχέσεων και αλληλεπιδράσεων που αποτυπώνεται στη διευρυμένη ονοματολογία: Μετά-μονοπολικό, Ασύμμετρα Διπολικό, Πολύ-κεντρικό, Υβριδικό.
Ειδικότερα, η νέα περίοδος στην οποία βρίσκεται το διεθνές σύστημα χρήζει ενός πιο περιεκτικού και λιγότερο ετεροπροσδιοριστικού χαρακτηρισμού, εν σχέσει με την παρελθούσα– για την οποία ο όρος μεταψυχροπολεμική εμπεριείχε χρονικό και ιδιοσυστατικό επικαθορισμό της προγενέστερης ψυχροπολεμικής κατάστασης. Η τριακονταετία που μεσολάβησε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την πρώτη εικοσαετία του 21ου αιώνα χαρακτηρίστηκε από έναν αναμφισβήτητο, αλλά εξελικτικά φθίνοντα, αμερικανοκεντρισμό τόσο ως προς την κατανομή ισχύος στο διεθνές σύστημα, όσο και ως προς τον καθορισμό του περιεχομένου της διεθνούς πολιτικής, θεσμικά και κανονιστικά. Πιο συγκεκριμένα, η εμπεδωμένη –σ’ αυτό που προσδιορίστηκε ως δυτικός κόσμος– και νικήτρια του Ψυχρού Πολέμου αμερικανική ηγεμονία αξίωσε, μέσω μίας διαδικασίας κινήτρων και αντικινήτρων προς τρίτα –εν σχέσει με τα δυτικά– κράτη, να καταστεί λεληθότως πλανητική.
Εν τέλει, η εξελικτική δυναμική ατόνησε και η αξίωση δεν τελεσφόρησε, εφ’ όσον ο βαθμός «ενσωμάτωσης» των τρίτων κρατών ήταν αντιστρόφως ανάλογος της ισχύος που αυτά κατείχαν ή σταδιακά απέκτησαν. Πλέον το διεθνές σύστημα βρίσκεται ήδη και κινείται κλιμακηδόν προς μία πιο αποκεντρωμένη κατανομή ισχύος, γεγονός που επηρεάζει το σύνολο των ζητημάτων τα οποία συνιστούν το περιεχόμενο της διεθνούς πολιτικής και απασχολούν το επιστημονικό πεδίο των Διεθνών Σχέσεων.
Αν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου επιτάχυνε τις ήδη υπάρχουσες αναστοχαστικές τάσεις στον κλάδο των Διεθνών Σχέσεων, οι οποίες κυριάρχησαν για περίπου τρεις δεκαετίες, η τρέχουσα διεθνοπολιτική πραγματικότητα, είτε θεωρείται διυποκειμενική κατασκευή είτε όχι, (ανα)τροφοδοτεί με γεγονότα και επιτάσσει την άσκηση διανοητικών διεργασιών που τα ερμηνεύουν επαρκώς– κι όχι αναλύσεων με τις οποίες έκαστος εκφράζει τις αντιρρήσεις και την αποστροφή του ή δικαιολογεί τα τεκταινόμενα. Αναμφίβολα, με όσα συμβαίνουν ιδιαίτερα την τελευταία πενταετία στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής τίθενται ζητήματα θεωρητικής ενατένισης και ερμηνευτικής σπουδαιότητας που εκφεύγουν αυτάρεσκων ερευνητικών επιλογών, δεοντολογικών ενορμήσεων και ηθικοπλαστικών διδαχών.
Η διασαφήνιση των βασικών προσδιοριστικών χαρακτηριστικών του υπό μετάβαση διεθνούς συστήματος αποτελεί ανάγκη ώστε να κατανοήσουν οι κοινωνίες και οι πολίτες την «νέα» κατάσταση· η επιστημονική συμβολή των Διεθνών Σχέσεων συνιστά εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση στην όλη προσπάθεια. Αναντίρρητα τα όσα συμβαίνουν δεν προκαλούν ερευνητικά ερεθίσματα μόνο για τον εν λόγω κλάδο, είναι όμως προφανές ότι αναλύσεις της διεθνούς πολιτικής ερήμην των Διεθνών Σχέσεων θα πάσχουν όλο και περισσότερο, όχι μόνο ερμηνευτικά αλλά και οντολογικά. Η συγκυρία δυσαρμονεί με επεξηγήσεις κατά αρέσκεια ή κατά το δοκούν σχετικά με τους βασικούς προσδιοριστικούς παράγοντες της διεθνούς πολιτικής· φυσικά τέτοιες προσεγγίσεις δεν έλειπαν πριν, μήτε λείπουν και τώρα, αλλά αντιμετωπίζονται με συμπάθεια και κατανόηση.
Επομένως, η όποια ερμηνευτική προσέγγιση της διεθνούς πολιτικής απαιτεί αποδοχή των καθοριστικότερων παραγόντων που την προσδιορίζουν. Όσον αφορά λοιπόν τις κυρίαρχες τάσεις στο διεθνές σύστημα στο παρόν ιστορικό μεταίχμιο έχουν παρατεθεί ενιαυσίως σε προηγούμενες δοκιμιογραφίες (βλ. κείμενο 1, 2, 3, 4, 5). Ακολούθως, και σε συνάφεια με τα ανωτέρω, απαριθμούνται τα σημαντικότερα ζητήματα και οι δρώντες που διαμορφώνουν τη διεθνή πολιτική και δύνανται να κατηγοριοποιηθούν ως εξής:
Α) Όσον αφορά το ζήτημα της ασφάλειας, το διεθνές σύστημα δεν έχει «ρευστοποιηθεί» σε τέτοιο βαθμό –εξ αιτίας ενόπλων συρράξεων, κατάρρευσης συμμαχικών δομών ή πλήρη παράκαμψη των κανονιστικών δεσμεύσεων– ώστε τα κίνητρα διάρρηξης της διεθνούς τάξης από τις Μεγάλες Δυνάμεις να υπερισχύσουν έναντι αυτών της διατήρησης της. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αποσταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή, η πρόσφατη και σύντομη σύγκρουση Ινδίας-Πακιστάν καθώς και μία σειρά άλλων περιφερειακών διενέξεων συνιστούν απειλές για τη διεθνή τάξη. Έως σήμερα, οι περισσότερες εξ αυτών ελέγχθηκαν ή φαίνεται να ελέγχονται, λειτουργώντας εν μέρει κι ως αναγκαίες προσαρμογές– όχι υποχρεωτικά και ικανές–για μια λιγότερο επισφαλή μετάβαση του διεθνούς συστήματος. Εν γένει η διατήρηση της διεθνούς τάξης παραμένει εξαρτημένη των επιλογών των Μεγάλων Δυνάμεων.
Β) Σχετικά με τον ρόλο της διεθνοποιημένης οικονομίας στην όλη διαδικασία, η αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών εξακολουθεί να προσδιορίζει πολύ σημαντικό κόστος στο ενδεχόμενο της περαιτέρω αναστροφής των διευρυμένων οικονομικών και εμπορικών σχέσεων της μεταψυχροπολεμικής περιόδου, συντείνοντας καθ’ αυτό τον τρόπο στη διατήρηση της διεθνούς τάξης. Βέβαια η όλη διαδικασία προκαλεί ανακατανομή πλούτου και ισχύος, ενώ αρχής γενομένης της υγειονομικής κρίσης του Covid-19, παρατηρείται μια διαρκώς εντεινόμενη ενσωμάτωση της οικονομικής σφαίρας στην πολιτική, αντιστρέφοντας τις πρώιμες μεταψυχροπολεμικές τάσεις. Το προηγούμενο έτος οι Ηνωμένες Πολιτείες «δασμολόγησαν» σε σημαντικό βαθμό το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της οικονομίας τους, αλλά εξακολουθούν να υποστηρίζουν το διεθνές οικονομικό σύστημα, ωσαύτως και οι βασικοί τους ανταγωνιστές.
Γ) Ως προς τα πυρηνικά όπλα –παρά την κακή τους φήμη– εξακολουθούν μέσω του αποτρεπτικού τους χαρακτήρα να προστατεύουν τη διεθνή τάξη από έναν άμεσο πόλεμο μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο της μη- διάδοσης των πυρηνικών όπλων (Non-Proliferation Treaty) εξακολουθεί να λειτουργεί περιοριστικά προς την εξάπλωσή του., Παράλληλα
, το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο της μη- διάδοσης των πυρηνικών όπλων (Non-Proliferation Treaty) παραμένει σημαντικός ανασταλτικός παράγοντας ως προς την εξάπλωσή τους.
Δ) Όσον αφορά το ισχυρότερο κράτος, οι Ηνωμένες Πολιτείες σταδιακά μετεξελίχθηκαν από ηγεμονικό διαχειριστή του διεθνούς συστήματος –αποδεκτός ή μη αναμφίβολα υπαρκτός ρόλος– σε υπερασπιστή του ηγεμονικού τους status, τόσο εν σχέσει με την Κίνα όσο και προς συμμάχους και ανταγωνιστές, αξιώνοντας επανακαθορισμό των διμερών και πολυμερών σχέσεων. Υπό αυτό το πρίσμα το αμερικανικό κράτος μετασχηματίζει διμερείς και πολυμερείς σχέσεις (τόσο προς τους ανταγωνιστές, όσο και τους συμμάχους της) ώστε να παραμείνει ηγεμόνας του διεθνούς συστήματος, αρνούμενο πλέον να παρέχει δωρεάν τα απαραίτητα «δημόσια αγαθά» για την εύρυθμη λειτουργία του και επιβάλλοντας αποκλεισμό –όπου θεωρεί αναγκαίο– για τα ανταγωνιστικά κράτη και αυξημένο κόστος χρήσης για τους συμμάχους.
Ε) Σχετικά με τον ηγεμονικό ανταγωνιστή των Ηνωμένων Πολιτείων, η κινεζική ηγεσία ακολουθεί μια μεθοδική στρατηγική που συνδυάζει επωφελή χρήση των θεσμών της αμερικανικής ηγεμονίας, επιδιώκοντας την κατατριβή της όπου αυτή είναι εφικτή ή προκύψει (Βλ. Μέση Ανατολή) και τη δρομολόγηση διμερών και πολυμερών σχημάτων με έμφαση την οικονομία (βλ. ΒRICS) τα οποία μελλοντικά δύνανται να καταστούν εναλλακτικά των αντίστοιχων αμερικανοκεντρικών θεσμών (Βλ. ΠΟΕ, ΔΝΤ, ΠΤ). Η Κίνα συνιστά ηγεμονικό ανταγωνιστή των Ηνωμένων Πολιτείων στο διεθνές σύστημα διαλεγόμενη ήδη με όρους ισότητας, έχοντας πλήρη επίγνωση πως οι διαγραφόμενες υλικές τάσεις την ευνοούν, αποφεύγοντας επί του παρόντος και εντέχνως τόσο έναν ηγεμονικό διακανονισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και μια ευθεία αντιπαράθεση. Η εξέλιξη των σινο-αμερικανικών διαπραγματεύσεων, τόσο για τον πόλεμο Ουκρανίας-Ρωσίας όσο και λόγω των δασμών που επέβαλε ο Αμερικανός Πρόεδρος Trump απεικονίζει τη διαγραφόμενη στρατηγική συμμετρία των δυο κρατών.
ΣΤ) Ως προς την Ινδία συνιστά το πιο δυναμικά ανερχόμενο κράτος στο διεθνές σύστημα και βαθμιαία θα διαδραματίζει ολοένα και πιο ενεργό ρόλο στο περιφερειακό και διεθνές γίγνεσθαι. Προς ώρας χρησιμοποιεί στρατηγική «μεταφοράς βαρών», αφήνοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες να ελέγξουν κατά προτεραιότητα την άνοδο της Κίνας και ως ένα βαθμό συμπράττουν μαζί της για την αμφισβήτηση των υπαρχόντων διεθνών οικονομικών θεσμών. Επ’ ουδενί λόγω η Ινδία δεν αδιαφορεί για τη συνεχή άνοδο της κινεζικής ισχύος –αρκεί κάποιος να εξετάσει τη συνεχή διεύρυνση των ινδικών στρατιωτικών δυνατοτήτων σε συμβατικό και πυρηνικό επίπεδο. Παρ’ όλα αυτά στο προσεχές μέλλον δεν διαφαίνεται ινδική βούληση για άμεσο ανταγωνισμό με την Κίνα, όπως διακαώς επιθυμούν οι Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά για τη συνέχιση της επωφελούς χρήσης του δυτικογενούς διεθνούς συστήματος και τη διεύρυνση της επιρροής της στα κράτη του «Νότου».
Ζ) Σχετικά με τη Ρωσική Ομοσπονδία, τον προσεχή Φεβρουάριο συμπληρώνονται τέσσερα έτη από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία η οποία ενώ απέτυχε να ανατρέψει την ουκρανική κυβέρνηση, κατέχει σημαντικό μέρος των εδαφών που κατέλαβε και φαίνεται να αντεπεξέρχεται επιτυχώς στον πόλεμο φθοράς που της επέβαλε αρχικά το ΝΑΤΟ εν συνόλω και μετά την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ τη συνεχίζουν πρωτίστως τα ευρωπαϊκά μέλη του. Ο πόλεμος κατέδειξε τη ρωσική βούληση –ηγεσίας και κοινωνίας– για συνέχιση της επιχείρησης και παρά τις σημαντικές απώλειες στρατιωτικού προσωπικού, υλικού καθώς και γοήτρου παραμείνει τρωθείσα μεν, Μεγάλη Δύναμη δε. Η εξέλιξη του πολέμου στην Ουκρανία, διαφοροποίησε επί τω δυσμενεστέρω τις σχέσεις της Ρωσίας με την Κίνα και την Ινδία, όχι σε διπλωματικό επίπεδο λόγω του παράνομου χαρακτήρα της ρωσικής δράσης, αλλά εξ αιτίας των κυρώσεων που της επέβαλαν τα δυτικά κράτη, καθιστώντας την περισσότερο εξαρτημένη στο οικονομικό πεδίο και προς τους δύο συνοδοιπόρους της στους BRICS.
Η) Τέλος, η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη που τη συναπαρτίζουν βιώνουν την εν λόγω ιστορική μετάβαση με τραυματικούς όρους, καθ’ όσον κατανοούν ότι μετά από αιώνες η επίδρασή τους στο ιστορικό γίγνεσθαι περιορίζεται δραματικά. Ο Παναγιώτης Κονδύλης παρατηρούσε με ενάργεια ότι μεταπολεμικά οι ενδο-ευρωπαϊκές έριδες έχασαν την κοσμοϊστορική τους σημασία, γεγονός που δρομολόγησε και την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Ο βαθμός στον οποίο η περαιτέρω ευρωπαϊκή απίσχνανση θα λειτουργήσει ευεργετικά στην εμβάθυνση της ενοποιητικής διαδικασίας ή θα ενισχύσει φυγόκεντρες τάσεις συνιστά για τις κοινωνίες της Ευρώπης μια προσαρμοστική πρόκληση· αμφότερες ως προοπτικές εμπίπτουν στο φάσμα της ενδεχομενικότητας.
Το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα παρήλθε και περιστέλλεται η πρώιμη μεταψυχροπολεμική προσδοκία ότι η διεθνής πολιτική θα διέπεται από διαρκώς αυξανόμενες, ποσοτικά και ποιοτικά, κανονιστικές και θεσμικές ρυθμίσεις. Τουναντίον, στην τωρινή ιστορική καμπή η διεθνής πολιτική επικαθορίζεται περαιτέρω και ενσωματώνει λειτουργικά κρατικές συμπεριφορές που συνιστούν –άλλοτε πιο συγκεκαλυμμένα κι άλλοτε πιο απροκάλυπτα– πολιτικές ισχύος. Το μεταψυχροπολεμικό διεθνές σύστημα έκλεισε τον ιστορικό του κύκλο ως απόρροια των ανακατανομών ισχύος που συντελέστηκαν στο μεσοδιάστημα. Ο εσπευσμένος προσδιορισμός της συγκεκριμένης περιόδου ως μεταβατικής προς μία κανονιστικά και θεσμικά πληρέστερη εκδοχή του διεθνούς συστήματος δεν επαληθεύθηκε.
Η αμερικανική απόφαση για την υιοθέτηση στην εξωτερική πολιτική λιγότερων δεσμεύσεών στο διεθνές σύστημα, καταδεικνύει ότι σταδιακά εγκατέλειψαν τον ρόλο του διαχειριστή και υπόλογου για τη διατήρηση της διεθνούς τάξης και την εφαρμογή των κανονιστικών ρυθμίσεων, έναντι επιλογών που εξυπηρετούν με αυστηρή προτεραιότητα τα οικεία συμφέροντα.
Η εξελισσόμενη αμερικανική «άμπωτη», θεσμικά και κανονιστικά, καθώς και η εντεινόμενη «πλημμυρίδα» προβολών ισχύος των Ηνωμένων Πολιτειών, καταδεικνύουν με
σαφή τρόπο τα ιδιοσυστατικά στοιχεία του διεθνούς συστήματος καθώς και διευρύνει το ερμηνευτικό χάσμα μεταξύ της πραγματικότητας στη διεθνή πολιτική.και της εξωραϊσμένης πρόσληψής της η οποία κυριάρχησε την μεταψυχροπολεμική περίοδο.
Κλείνοντας, ας συνειδητοποιήσουμε ως ευρωπαϊκές κοινωνίες ότι η μετά-δυτικοκεντρική εκδοχή της διεθνούς πολιτικής την οποία βιώνουμε ήδη αφίσταται από την πλαναισθησία πως ο υπόλοιπος κόσμος θα εξακολουθεί να συμμερίζεται την αυτό-κατανόησή μας– κατάσταση που ενδεχομένως να οδηγήσει σε υπαρξιακής φύσεως διλήμματα. Η προσαρμοστικότητα στις απαιτητικότερες και λιγότερο οικείες συνθήκες συνιστά ασφαλέστερο οδοδείκτη, ενώ η διαιώνιση αυτάρεσκων αλλά χιμαιρικών αντιλήψεων επικίνδυνη ατραπό.
ΥΓ: Η αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα και οι αμιγείς ηγεμονικές αξιώσεις των Ηνωμένων Πολιτειών για την Γροιλανδία αποτυπώνουν την απόφασή τους να δρουν πλέον στη διεθνή πολιτική με γνώμονα τη διατήρηση του ηγεμονικού τους status κι όχι ως ο εγγυητής της σταθερότητας του διεθνούς συστήματος και υπόλογος της κανονιστικής του λειτουργίας.