«Να μπορέσω στη πορεία μου να έρθω σε επαφή με ωραία και δύσκολα υλικά. Υλικά που απαιτούν εμπειρία, γνώση και μεγάλη μαεστρία, για να καταφέρεις να τα στηρίξεις. Μου είχε πει ο Γιάννης Κακλέας, με τον οποίον είχα τη τύχη να κάνω τη πρώτη μου δουλειά στο θέατρο: «Μη βιαστείς, να κυνηγήσεις να γίνεις μάστορας, τεχνίτης στη δουλειά σου». Αυτός νομίζω είναι ο μεγαλύτερος μου στόχος».

Έκανε το ντεμπούτο του πριν από δύο χρόνια στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος με τον «Επιθεωρητή» του Γκόγκολ και συζητήθηκε. Ο Γιάννης Σύριος, εκπρόσωπος μίας νέας γενιάς ηθοποιών, παίζει στην παράσταση «Ντάμα Πίκα» στο πλευρό της Μπέττυς Αρβανίτη, που παρουσιάζεται στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού. Πέρα από τον Χέρμαν, τον ήρωα της νουβέλας του Πούσκιν, ενσάρκωσε τον Αλέξανδρο Στούρτζα, αδελφό της Ρωξάνδρας, αγαπημένης του πρώτου κυβερνήτη στην πολυσυζητημένη ταινία του Γιάννη Σμαραγδή «Καποδίστριας».

Advertisement
Advertisement

Πού θα ήθελε να βρίσκεται σε δέκα χρόνια από τώρα; Ποιά είναι η σχέση του με τα social media; Η πιθανότητα να αναζητήσει την τύχη του στο εξωτερικό είναι στον ορίζοντα του; Πώς εισέπραξε τα σχόλια για την ταινία;

-Ποια είναι η ιστορία της «Ντάμα Πίκα» και του Χέρμαν;

Πρόκειται για την ιστορία ενός νέου ανθρώπου που μετατρέπεται απο πειθαρχημένος και συγκρατημένος σε εμμονικο χαρτοπαίκτη, προσπαθώντας να ανακαλύψει το μυστικό της γριάς κόμισσας που δήθεν θα τον οδηγήσει στον πλούτο. Το ενδιαφέρον είναι πως ένας τόσο έξυπνος άνθρωπος καθοδηγείται τυφλά από την βαθιά επιθυμία του να «πιάσει τη καλή», με τον πιο εύκολο και ανώδυνο τρόπο. Μέσω του χρήματος πιστεύει ότι θα μπορέσει να εξασφαλίσει στη ζωή του «ανεξαρτησία και ηρεμία», όπως λέει. Τελικά, όμως η εμμονή του αυτή τον οδηγεί στη τρέλα και φυσικά πληρώνει το τίμημα των πράξεών του.

-Είχατε διαβάσει τη νουβέλα του Πούσκιν πριν σας γίνει η πρόταση για τον ρόλο;

Η αλήθεια είναι πως όχι.

-Θα έλεγε κανείς ότι η κλασική ρωσική λογοτεχνία, διαθέτει ένα βάθος που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ταχύτητα, την τραχύτητα και την ελαφρότητα του καιρού μας. Συμφωνείτε ή θεωρείτε ότι πρόκειται για μία υπερβολική εκτίμηση;

Advertisement

Δεν ξέρω αν η διαφορά έγκειται εκεί. Η «ταχύτητα» έχει να κάνει με τον ρυθμό, πράγμα πολύ σημαντικό τόσο στο θέατρο, όσο και στη λογοτεχνια. Η «ελαφρότητα» είναι το ταλέντο των μεγάλων συγγραφέων να σε φέρνουν σε επαφή με τεράστια, πανανθρώπινα θέματα, χωρίς να αισθάνεσαι αναγκαστικά το βάρος τους από την αρχή. Άρα η «ταχύτητα» και η «ελαφρότητα» δεν έχουν αναγκαστικά αρνητικό πρόσημο. Το θέμα είναι πως τα χρησιμοποιείς.

Μέχρι στιγμής έχω υπάρξει πολύ τυχερός κι ευλογημένος με τις δουλειές στις οποίες έχω βρεθεί στο θέατρο. Έχω «συναντηθεί» με ανθρώπους και υλικά που με εξέλιξαν πρώτα απ’ όλα ως άνθρωπο. Και ονειρεύομαι κι άλλες τέτοιες «συναντήσεις» εδώ. Φυσικά, το εξωτερικό είναι μια γοητευτική ιδέα.

Αυτό είναι το μεγαλείο των Ρώσων λογοτεχνών. Είτε πρόκειται για ένα μυθιστόρημα, είτε για ένα διήγημα, η ταχύτητα και η ελαφρότητα τους δεν στερούνται βάθους και νοήματος. Στη «Ντάμα Πικα» ο Πούσκιν μέσα σε δύο σειρές, γράφει πράγματα, που θες πολλές αναγνώσεις για να συνειδητοποιήσεις όλα τα νοηματικά επίπεδα που κρύβονται εκεί. Αυτή είναι η διαφορά με το σήμερα. Εμείς έχουμε μπερδέψει την «ταχύτητα» με τη «σπίντα» και την «ελαφρότητα» με την «ευκολία».

Advertisement

-Στάθης Λιθαθινός – Μπέτυ Αρβανίτη. Μετά την «Μάνα Κουράγιο» του Μπρεχτ και πάλι μαζί. Ποιο είναι το πιο απαιτητικό στάδιο στη συνεργασία μαζί τους και ποια η μεγαλύτερη χαρά;

Όταν δουλεύεις με δύο τέτοιους ανθρώπους, με τόσα θεατρικά χιλιόμετρα στη πλάτη τους ακόμα και τα πιο απαιτητικά στάδια της πρόβας, είναι ένα μεγάλο μάθημα. Εκτός αυτού, μιλάμε για δύο ανθρώπους που αγκαλιάζουν και αγαπούν πολύ να δουλεύουν με νέους ανθρώπους.

Φωτογραφίες παράστασης: Ελίνα Γιουνανλή

-Διπλό αυτή τη σεζόν το ταξίδι σας στον 19ο αιώνα. Εκτός από τη «Ντάμα Πίκα», υποδυθήκατε τον Αλέξανδρο Στούρτζα, αδελφό της Ρωξάνδρας, στην ταινία «Καποδίστριας». Τι σας είπαν οι (συνομήλικοι) φίλοι σας όταν είδαν την ταινία; Η οικογένεια σας;

Advertisement

Διαφορετικά πράγματα. Κι αυτό είναι το ενδιαφέρον, νομίζω, με τη ταινία. Καθε γενιά την άγγιξε αλλιώς. Προκάλεσε και προκαλεί συζητήσεις για πολλούς και διαφορετικούς λόγους, άρα ως ένα μεγάλο βαθμό σίγουρα πέτυχε τον στόχο της. Να ταρακουνήσει και να θέσει κάποια ερωτήματα. Τώρα από κει και πέρα το πώς αυτά τα «ερωτήματα» κινούν συζητήσεις, είτε θετικές προς τη ταινία είτε αρνητικές, είναι θέμα αισθητικής. Επέλεξα συνειδητά να συνομιλήσω με ανθρώπους που είχαν όντως κάτι να μου πουν. Είτε θετικό είτε αρνητικό. Έτσι έχει νόημα νομίζω. Ως εκ τούτου, πολλές από τις αντιδράσεις δεν με απασχόλησαν ιδιαίτερα.

-Ποια είναι η μεγαλύτερη φιλοδοξία σας;

Να μπορέσω στη πορεία μου να έρθω σε επαφή με ωραία και δύσκολα υλικά. Υλικά που απαιτούν εμπειρία, γνώση και μεγάλη μαεστρία, για να καταφέρεις να τα στηρίξεις. Μου είχε πει ο Γιάννης Κακλέας, με τον οποίον είχα τη τύχη να κάνω τη πρώτη μου δουλειά στο θέατρο: «Μη βιαστείς, να κυνηγήσεις να γίνεις μάστορας, τεχνίτης στη δουλειά σου». Αυτός νομίζω είναι ο μεγαλύτερος μου στόχος.

Advertisement

-Η πιθανότητα να αναζητήσετε την τύχη σας στο εξωτερικό σας έχει απασχολήσει;

Advertisement

Μέχρι στιγμής έχω υπάρξει πολύ τυχερός κι ευλογημένος με τις δουλειές στις οποίες έχω βρεθεί στο θέατρο. Έχω «συναντηθεί» με ανθρώπους και υλικά που με εξέλιξαν πρώτα απ’ όλα ως άνθρωπο. Και ονειρεύομαι κι άλλες τέτοιες «συναντήσεις» εδώ. Φυσικά, το εξωτερικό είναι μια γοητευτική ιδέα. Να βρεθείς με ανθρώπους με εντελώς διαφορετικές κουλτούρες, νοοτροπίες και «σχολές» και να πρέπει να δημιουργήσετε μαζί, είναι κάτι πολύ δυνατό. Σίγουρα θα με ενδιέφερε. Αλλά κάθε πράγμα στη στιγμή του.

Η σχέση σας με τα social media;

Δύσκολη.

Advertisement

-Πού θα θέλατε να βρίσκεστε σε δέκα χρόνια από τώρα;

Κοντά στους ανθρώπους μου. Στους φίλους μου και στην οικογένεια μου. Όπου κι αν είναι αυτό. Στο τέλος της ημέρας αυτό μόνο μετράει.