Η Ουάσινγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις πιο κρίσιμες αποφάσεις της τελευταίας δεκαετίας στη Μέση Ανατολή. Ο Λευκός Οίκος εξετάζει μια ύστατη πρόταση του Ιράν για διπλωματική εμπλοκή, την ώρα που ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται ολοένα και πιο δεκτικός στο ενδεχόμενο νέων στρατιωτικών πληγμάτων κατά της Τεχεράνης. Το δίλημμα είναι σαφές αλλά επικίνδυνο: συνομιλίες ή σύγκρουση, σε μια συγκυρία όπου το ιρανικό καθεστώς δοκιμάζεται από τη σοβαρότερη λαϊκή αναταραχή των τελευταίων ετών.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, ανώτεροι αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης, με επικεφαλής τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς, πιέζουν τον Τραμπ να δώσει μια τελευταία ευκαιρία στη διπλωματία, πριν εγκρίνει οποιαδήποτε στρατιωτική απάντηση. Το επιχείρημά τους είναι ότι ένα αμερικανικό πλήγμα, σε αυτή τη φάση, θα μπορούσε να ενισχύσει την αφήγηση του ιρανικού καθεστώτος ότι οι διαδηλώσεις αποτελούν προϊόν ξένης συνωμοσίας.
Ο ίδιος ο Τραμπ, μιλώντας σε δημοσιογράφους μέσα στο Air Force One, αποκάλυψε ότι η Τεχεράνη έστειλε μήνυμα στην Ουάσινγκτον, εκφράζοντας πρόθεση για διαπραγματεύσεις σχετικά με το πυρηνικό της πρόγραμμα. «Στήνεται μια συνάντηση», είπε χαρακτηριστικά, για να προσθέσει όμως ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να εξετάζουν «πολύ ισχυρές επιλογές», τις οποίες θα μπορούσε να εγκρίνει ακόμη και πριν ξεκινήσουν συνομιλίες.
Αμερικανοί αξιωματούχοι επιβεβαιώνουν ότι καμία τελική απόφαση δεν έχει ληφθεί. Ο Τραμπ αναμένεται να συναντηθεί με κορυφαίους συνεργάτες του, προκειμένου να καθορίσει την επόμενη κίνηση. Στο τραπέζι βρίσκονται στρατιωτικά πλήγματα κατά στόχων του ιρανικού καθεστώτος, κυβερνοεπιθέσεις, νέες κυρώσεις, αλλά και πιο «αθόρυβες» ενέργειες, όπως η ενίσχυση αντικαθεστωτικών φωνών στο διαδίκτυο.
Οι διαδηλώσεις στο Ιράν, που ξεκίνησαν στα τέλη Δεκεμβρίου και κλιμακώθηκαν από τις αρχές Ιανουαρίου, θεωρούνται από πολλούς αναλυτές υπαρξιακή απειλή για το καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κάνουν λόγο για εκατοντάδες νεκρούς. Σύμφωνα με την Iran Human Rights, ο αριθμός των θυμάτων έχει φτάσει τους 648, ενώ το Ιράν παραμένει χωρίς πρόσβαση στο διαδίκτυο για περισσότερες από 100 ώρες, σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η διάχυση πληροφοριών.
Παρά τη σκληρή καταστολή, στο εσωτερικό του Λευκού Οίκου υπάρχουν ανησυχίες ότι μια αμερικανική στρατιωτική επέμβαση θα συσπείρωνε το καθεστώς, αντί να το αποδυναμώσει. Άλλοι, ωστόσο, εκτιμούν ότι ο Τραμπ διαθέτει αυτή τη στιγμή ισχυρό μοχλό πίεσης, καθώς το Ιράν βρίσκεται απομονωμένο, ενώ περιφερειακοί του σύμμαχοι, όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ, έχουν αποδυναμωθεί μετά τις συγκρούσεις με το Ισραήλ.
Ο αντιπρόεδρος Βανς, αν και παραδοσιακά επιφυλακτικός απέναντι στις στρατιωτικές περιπέτειες, θεωρεί το Ιράν σοβαρή απειλή για τις ΗΠΑ. Αν και αρχικά είχε εκφράσει σκεπτικισμό για επιθέσεις, τελικά στήριξε τα πλήγματα του περασμένου καλοκαιριού σε ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις στο Φορντό, το Νατάνζ και το Ισφαχάν.
Στρατιωτικά, οι επιλογές του Τραμπ παραμένουν ανοιχτές. Αν και οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν αυτή τη στιγμή αεροπλανοφόρο στη Μέση Ανατολή, μπορούν να αναπτύξουν βομβαρδιστικά, μαχητικά αεροσκάφη ή ναυτικές δυνάμεις σε σύντομο χρονικό διάστημα. Το Ιράν, από την πλευρά του, έχει προειδοποιήσει ότι θα απαντήσει σε περίπτωση επίθεσης, με αξιωματούχους να σημειώνουν πως, παρά τη φθορά του οπλοστασίου του, εξακολουθεί να διαθέτει πυραύλους ικανούς να πλήξουν στόχους στην Αραβική Χερσόνησο.
Τη Δευτέρα, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί δήλωσε ότι η χώρα του είναι «έτοιμη για διαπραγματεύσεις», εφόσον αυτές βασίζονται στον αμοιβαίο σεβασμό. Την ίδια στιγμή, όμως, ξεκαθάρισε ότι το Ιράν είναι «πλήρως προετοιμασμένο για πόλεμο» αν οι συνομιλίες αποτύχουν, επιβεβαιώνοντας ότι υπήρξαν επαφές με τον Αμερικανό ειδικό απεσταλμένο Στιβ Γουίτκοφ.
Στον Λευκό Οίκο, πάντως, πολλοί αμφισβητούν τη γνησιότητα των ιρανικών προθέσεων, εκτιμώντας ότι η Τεχεράνη προσπαθεί απλώς να κερδίσει χρόνο και να αποφύγει άμεσα πλήγματα. Η εκπρόσωπος Τύπου Καρολάιν Λέβιτ υπογράμμισε ότι ο Τραμπ προτιμά τη διπλωματία, αλλά «παραμένει πάντα ανοικτός στη χρήση στρατιωτικής ισχύος».
Την ίδια ώρα, ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, επιχειρεί να δείξει ισχύ. Σε ομιλία του, χαιρέτισε τις φιλοκυβερνητικές διαδηλώσεις στην Τεχεράνη, χαρακτηρίζοντάς τες «προειδοποίηση προς τις ΗΠΑ» και κατηγορώντας ξένες δυνάμεις ότι υποκινούν την εξέγερση.
Παρά τις εικόνες μαζικής καταστολής και τις διεθνείς πιέσεις, οι αναλυτές παραμένουν επιφυλακτικοί ως προς το αν το ιρανικό καθεστώς βρίσκεται πραγματικά κοντά στην κατάρρευση. Όπως σημειώνει η Σουζάν Μαλόνεϊ του Brookings Institution, το καθεστώς μπορεί να βγει από την κρίση πιο αδύναμο και πιο απομονωμένο, αλλά ταυτόχρονα πιο επικίνδυνο και πρόθυμο να αναλάβει ρίσκα. Και σε αυτό το ρευστό σκηνικό, η απόφαση του Τραμπ ίσως καθορίσει όχι μόνο το μέλλον των σχέσεων ΗΠΑ–Ιράν, αλλά και τη σταθερότητα ολόκληρης της περιοχής.