Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι έχει διατάξει την αποστολή δύο «αρμάδων» στη Μέση Ανατολή, στον απόηχο της αιματηρής καταστολής των διαδηλώσεων στο Ιράν, οι οποίες είχαν ως βασικά αιτήματα την αντιμετώπιση της ακρίβειας και την κατακόρυφη υποτίμηση του ριάλ.

Μετά τη δήλωση της Τεχεράνης ότι είναι διατεθειμένη να επανεκκινήσει τον διάλογο, αποκλείοντας ωστόσο οποιαδήποτε συζήτηση για τις αμυντικές και βαλλιστικές της δυνατότητες, ο Τραμπ επανέλαβε την εκτίμησή του ότι το Ιράν επιδιώκει να «καταλήξει σε συμφωνία» με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Advertisement
Advertisement

«Μπορώ να σας πω ότι θέλουν να συνάψουν μια συμφωνία», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος από το Οβάλ Γραφείο. Ερωτηθείς αν έχει τεθεί συγκεκριμένη προθεσμία προς την ιρανική πλευρά, απάντησε καταφατικά, χωρίς να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες.

Νωρίτερα, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αρακτσί, είχε δηλώσει ότι η Ισλαμική Δημοκρατία είναι έτοιμη να συμμετάσχει σε διαπραγματεύσεις, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές θα είναι «δίκαιες και ισότιμες». Παράλληλα, επανέλαβε –σύμφωνα με τη σταθερή θέση της Τεχεράνης– ότι το Ιράν «ουδέποτε επιδίωξε την απόκτηση πυρηνικού όπλου».

Τόνισε, ωστόσο, πως οι αμυντικές δυνατότητες και το πυραυλικό πρόγραμμα της χώρας του «δεν πρόκειται ποτέ να τεθούν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων», υπογραμμίζοντας ότι «η ασφάλεια του ιρανικού λαού δεν αφορά κανέναν άλλο». Διευκρίνισε επίσης ότι σε αυτή τη φάση δεν έχει προγραμματιστεί καμία συνάντηση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι δηλώσεις του Ιρανού υπουργού έγιναν στην Κωνσταντινούπολη, στο πλαίσιο της πρώτης επίσημης επίσκεψής του στο εξωτερικό μετά τη βίαιη καταστολή του κύματος διαμαρτυριών στο Ιράν. Την ίδια ώρα, η Τουρκία εκφράζει την πρόθεσή της να διαδραματίσει ρόλο «διαμεσολαβητή» μεταξύ των δύο αντίπαλων χωρών.

Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν την επιβολή κυρώσεων σε βάρος σειράς Ιρανών αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων και ο υπουργός Εσωτερικών Εσκαντάρ Μομενί, ως απάντηση στην αιματηρή καταστολή των διαδηλώσεων των τελευταίων εβδομάδων.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, ο Ιρανός υπουργός Εσωτερικών «επιβλέπει τις φονικές δυνάμεις καταστολής της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν», οι οποίες χαρακτηρίζονται ως οντότητα με καθοριστικό ρόλο στον θάνατο χιλιάδων ειρηνικών διαδηλωτών.

Advertisement

Τι επιδιώκει ο Τραμπ από μια συμφωνία με το Ιράν

Αφού είχε προειδοποιήσει ότι «ο χρόνος τελειώνει» πριν από ένα ενδεχόμενο πλήγμα κατά της Τεχεράνης, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε την Πέμπτη ότι «ελπίζει» να μη χρειαστεί να επιτεθεί στο Ιράν, το οποίο την ίδια στιγμή πιέζεται να καταλήξει σε συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Σύμφωνα με τον αμερικανικό ιστότοπο Axios, το οποίο επικαλείται κυβερνητικές πηγές στις ΗΠΑ, οποιαδήποτε συμφωνία με την Τεχεράνη θα πρέπει να προβλέπει την πλήρη απομάκρυνση του εμπλουτισμένου ουρανίου από τη χώρα, τον περιορισμό των πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς και την αλλαγή πολιτικής απέναντι σε ορισμένες ένοπλες οργανώσεις στην περιοχή.

Υπενθυμίζεται ότι το 2018, κατά την πρώτη του προεδρική θητεία, ο Τραμπ απέσυρε τις Ηνωμένες Πολιτείες από τη διεθνή συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, η οποία είχε συναφθεί τρία χρόνια νωρίτερα, επαναφέροντας αυστηρές κυρώσεις κατά της Τεχεράνης. Σε απάντηση, το Ιράν αποδεσμεύτηκε από το μεγαλύτερο μέρος των δεσμεύσεων που προέβλεπε η συμφωνία.

Advertisement

Ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε επίσης ότι «μια μεγάλη αρμάδα κατευθύνεται προς το Ιράν, ακόμη μεγαλύτερη από εκείνη που είχε αναπτυχθεί ανοιχτά της Βενεζουέλας».

Είχε προηγηθεί, εντός της εβδομάδας, απειλή για επίθεση «πολύ χειρότερη» από τα αμερικανικά πλήγματα που είχαν πραγματοποιηθεί τον περασμένο Ιούνιο εναντίον ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων. Τότε, η Ουάσινγκτον είχε εμπλακεί στον πόλεμο των 12 ημερών που ξεκίνησε το Ισραήλ κατά του Ιράν, με τη Δύση να εκφράζει την πεποίθηση ότι η Τεχεράνη επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικού όπλου.

Από την Κωνσταντινούπολη, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν χαρακτήρισε «ζωτικής σημασίας» την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, προκειμένου «να εκτονωθούν οι περιφερειακές εντάσεις».

Advertisement

«Βλέπουμε το Ισραήλ να προσπαθεί να πείσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να εξαπολύσουν στρατιωτική επίθεση κατά του Ιράν… Ελπίζουμε ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα επιδείξει σύνεση», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Η Τουρκία, ως μέλος του ΝΑΤΟ, επιδιώκει πάση θυσία να αποφευχθεί μια στρατιωτική κλιμάκωση, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών προς τα σύνορά της με το Ιράκ – μήκους άνω των 550 χιλιομέτρων – και να ανοίξει ένα νέο μέτωπο αστάθειας, μετά τη Συρία.

Σε προληπτικό επίπεδο, η Άγκυρα σχεδιάζει να «ενισχύσει την ασφάλεια στα σύνορά της» με το Ιράν, όπως δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ανώτερος Τούρκος αξιωματούχος.

Advertisement

Προς τριμερή συνάντηση ΗΠΑ – Ιράν – Τουρκίας;

Σύμφωνα με τουρκική διπλωματική πηγή, ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ιρανό ομόλογό του Μασούντ Πεζεσκιάν, πιέζει για τη διεξαγωγή τριμερούς συνάντησης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ιράν και Τουρκίας.

Advertisement

Το κλίμα παραμένει ιδιαίτερα τεταμένο για την ιρανική ηγεσία, με ισχυρή αμερικανική ναυτική παρουσία στον Κόλπο και με την απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Πέμπτη, να εντάξει τους Φρουρούς της Επανάστασης – την ένοπλη πτέρυγα του καθεστώτος – στη λίστα των «τρομοκρατικών οργανώσεων».

Οι Φρουροί της Επανάστασης κατηγορούνται από τη Δύση ότι είχαν καθοριστικό ρόλο στην αιματηρή καταστολή του μεγάλου κύματος διαμαρτυριών στις αρχές Ιανουαρίου, με χιλιάδες νεκρούς. Σύμφωνα με τον Σερχάν Αφατζάν, διευθυντή του Κέντρου Ιρανικών Σπουδών Iram στην Άγκυρα, «ένας συμβιβασμός δεν είναι αδύνατος, αλλά μπορεί να επιτευχθεί μόνο ύστερα από μακρές και επίπονες διαπραγματεύσεις και εφόσον αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες της Τεχεράνης για την ασφάλειά της, κυρίως απέναντι στις ΗΠΑ και το Ισραήλ».

Πριν από την Τουρκία, χώρες του Κόλπου – ορισμένες εκ των οποίων φιλοξενούν αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις – είχαν ήδη απευθύνει εκκλήσεις για αποκλιμάκωση τις προηγούμενες ημέρες.

Advertisement

Τέλος, οι ιρανικές αρχές αναγνωρίζουν ότι χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, υποστηρίζουν όμως ότι η συντριπτική πλειονότητα ήταν μέλη των δυνάμεων ασφαλείας ή πολίτες που σκοτώθηκαν από «ταραξίες».

Μη κυβερνητικές οργανώσεις, από την πλευρά τους, κάνουν λόγο για δεκάδες χιλιάδες πιθανούς νεκρούς, αν και η ακριβής καταμέτρηση παραμένει δύσκολη λόγω των περιορισμών στην επικοινωνία. Το διαδίκτυο έχει αποκατασταθεί μόνο εν μέρει, έπειτα από διακοπή τριών εβδομάδων.