Ο Δεκέμβριος του 2024 σημάδεψε μία από τις πιο κρίσιμες και αινιγματικές στιγμές στις διεθνείς σχέσεις της Λατινικής Αμερικής, όταν ο καρδινάλιος Πιέτρο Παρολίν, δεύτερος στην ιεραρχία του Βατικανού και έμπειρος διπλωμάτης με πολυετή παρουσία στις διεθνείς κρίσεις, κάλεσε επείγοντα τον πρέσβη των ΗΠΑ στην Αγία Έδρα, Μπράιαν Μπερτς. Σύμφωνα με απόρρητα κυβερνητικά έγγραφα που εξασφάλισε η Washington Post, η έκτακτη συνάντηση αποσκοπούσε στη διευκρίνιση των αμερικανικών προθέσεων σχετικά με τη Βενεζουέλα, όπου η πολιτική κατάσταση είχε φτάσει σε οριακό σημείο και η πιθανότητα αιματοχυσίας ήταν ορατή.
Ο Παρολίν φέρεται να εξέφρασε σοβαρές ανησυχίες για τις προθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών: αν η στρατηγική τους περιοριζόταν στη στοχοποίηση διακινητών ναρκωτικών ή αν ο τελικός στόχος ήταν η αλλαγή καθεστώτος και η ανατροπή του Νικολάς Μαδούρο. Σύμφωνα με τα ίδια έγγραφα, ο καρδινάλιος παραδέχθηκε ότι η απομάκρυνση του Μαδούρο ήταν σχεδόν αναπόφευκτη, αλλά πρότεινε στους Αμερικανούς να προσφέρουν στον πρόεδρο της Βενεζουέλας μια ασφαλή διέξοδο, μειώνοντας τον κίνδυνο βίας και αποσταθεροποίησης της χώρας.
Για ημέρες, ο Παρολίν προσπάθησε να αποκτήσει απευθείας πρόσβαση στον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να βρεθεί συμβιβαστική λύση. Στη συνάντηση με τον Μπερτς, υποστήριξε ότι η Ρωσία ήταν διατεθειμένη να προσφέρει άσυλο στον Μαδούρο και ζήτησε από τις ΗΠΑ υπομονή ώστε να τον κατευθύνουν προς αυτή τη λύση, επισημαίνοντας ότι μέρος της πρότασης περιλάμβανε εγγυήσεις ασφαλείας από τον Βλαντίμιρ Πούτιν για τον Βενεζουελάνο πρόεδρο και την οικογένειά του.
Παρά τις διαπραγματεύσεις και τις προτάσεις για ασφαλή έξοδο, ο Μαδούρο αρνήθηκε να μετακινηθεί και συνέχισε να αγνοεί τις προειδοποιήσεις. Την ίδια περίοδο, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε στρατιωτικές προετοιμασίες, με πολεμικά πλοία να στοχεύουν σκάφη που φέρονταν να εμπλέκονται σε διακίνηση ναρκωτικών. Οι χαμένες ευκαιρίες και η αδράνεια του Μαδούρο οδήγησαν στην τελική αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση, με στόχο τη σύλληψή του και την απομάκρυνση από την εξουσία.
Στο παρασκήνιο, η Ουάσιγκτον στράφηκε προς τη Νο 2 του καθεστώτος, την αντιπρόεδρο Ντέλσι Ροντρίγκες, ως πιθανή διάδοχο του Μαδούρο. Η απόφαση αυτή σηματοδότησε αλλαγή στρατηγικής για τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος στο παρελθόν είχε επιβάλει κυρώσεις στη Ροντρίγκες και τον αδελφό της Χόρχε, θεωρώντας τους πιστούς στο καθεστώς Μαδούρο. Παρά την δημόσια εικόνα της ως φλογερή υποστηρίκτρια του τσαβισμού, η Ροντρίγκες φαινόταν σε ιδιωτικές συναντήσεις διαλλακτική και συνεργάσιμη με ξένους επενδυτές και αμερικανικές εταιρείες, γεγονός που την καθιστούσε κατάλληλη για μια μεταβατική διακυβέρνηση.
Η εμπλοκή του Βατικανού και του Κατάρ αποτέλεσε κρίσιμο παράγοντα στις διαπραγματεύσεις, προσπαθώντας να γεφυρώσουν τις διαφορές και να αποτρέψουν αιματοχυσία. Ο Παρολίν, με προηγούμενη εμπειρία στις διαπραγματεύσεις για Ουκρανία και Ρωσία, επενέβη προσωπικά για να εξασφαλίσει ότι η διεθνής κοινότητα θα προσέφερε ασφαλή διέξοδο στον Μαδούρο, ωστόσο οι σκληροπυρηνικοί του κύκλου και η αίσθηση αυταρχικής ασφάλειας του ίδιου του ηγέτη περιόρισαν τις επιλογές.
Η πίστη της Ρωσίας στη στήριξη του Μαδούρο, οι παρεμβάσεις του Βατικανού και οι στρατηγικές επιλογές των ΗΠΑ περιπλέκουν ακόμα περισσότερο την ιστορία, αναδεικνύοντας τη Βενεζουέλα ως πεδίο διεθνούς διπλωματικού «σκάκι», όπου τα συμφέροντα μεγάλων δυνάμεων και η προσωπική αλαζονεία ενός ηγέτη συγκρούονται με τις προσπάθειες για ειρηνική επίλυση της κρίσης.