Στην Ινδία αξιωματούχοι φέρονται να εξετάζουν ένα αμφιλεγόμενο σχέδιο για την ενίσχυση της επιτήρησης των συνόρων με το Μπαγκλαντές μέσω της χρήσης άγριων ζώων, όπως κροκόδειλοι και δηλητηριώδη φίδια, σε παραποτάμιες περιοχές όπου η κατασκευή φράχτη θεωρείται δύσκολη ή αδύνατη.
Ένα αμφιλεγόμενο σχέδιο
Σύμφωνα με εσωτερική οδηγία της Συνοριακής Δύναμης Ασφαλείας της Ινδίας (BSF), ζητήθηκε από τις αρμόδιες μονάδες να διερευνήσουν τη «δυνατότητα αξιοποίησης ερπετών σε ευάλωτα παραποτάμια κενά».
Η πρόταση εντάσσεται στις προσπάθειες της Ινδίας να περιορίσει την παράτυπη μετανάστευση και το λαθρεμπόριο κατά μήκος των εκτεταμένων συνόρων, τα οποία εκτείνονται σε δύσβατες περιοχές με ποτάμια, έλη και πυκνή βλάστηση.
Η κυβέρνηση έχει ήδη καταφέρει να περιφράξει μεγάλο μέρος των συνόρων, ωστόσο περίπου 1.000 χιλιόμετρα παραμένουν απροστάτευτα λόγω γεωγραφικών και κοινωνικών δυσκολιών, καθώς σε αρκετές περιοχές ζουν πληθυσμοί και από τις δύο πλευρές των συνόρων.
Αντιδράσεις για απάνθρωπη εκμετάλλευση των ζώων
Η ιδέα έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από ειδικούς και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίοι τη χαρακτηρίζουν επικίνδυνη και απάνθρωπη. Επισημαίνουν ότι τα ζώα δεν μπορούν να διακρίνουν μεταξύ μεταναστών και ντόπιων, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιθέσεις και σε αθώους κατοίκους. Παράλληλα, εκφράζονται ανησυχίες για τις επιπτώσεις στο οικοσύστημα, καθώς τα συγκεκριμένα είδη δεν είναι φυσικά προσαρμοσμένα σε πολλές από τις περιοχές αυτές και η εισαγωγή τους θα μπορούσε να διαταράξει την ισορροπία της άγριας ζωής.
Περιβαλλοντολόγοι προειδοποιούν επίσης ότι οι πλημμύρες που είναι συχνές στην περιοχή θα μπορούσαν να επιτρέψουν τη διασπορά επικίνδυνων ειδών σε κατοικημένες ζώνες.
Από την πλευρά τους, ακτιβιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων υποστηρίζουν ότι η προσέγγιση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής της Ινδίας, η οποία συχνά συνοδεύεται από καταγγελίες για στοχοποίηση μειονοτήτων και εξωδικαστικές πρακτικές.
Το σχέδιο βρίσκεται ακόμη σε στάδιο διερεύνησης, ωστόσο έχει ήδη προκαλέσει έντονο δημόσιο διάλογο τόσο για την αποτελεσματικότητά του όσο και για τις ηθικές και περιβαλλοντικές του συνέπειες.