Έντονος προβληματισμός επικρατεί στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τη νέα εκτόξευση του δημόσιου χρέους, το οποίο ξεπέρασε πλέον το ΑΕΠ της χώρας, σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών και οικονομικών πιέσεων, την ώρα που το παγκόσμιο χρέος έχει φτάσει τα 353 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Αυτό που ανησυχεί περισσότερο τους αναλυτές δεν είναι μόνο ότι το αμερικανικό χρέος υπερβαίνει πλέον την οικονομική παραγωγή της χώρας, αλλά κυρίως οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτή την εξέλιξη και οι προοπτικές για το μέλλον. Σύμφωνα με ανάλυση του Axios, τα βασικά ζητήματα αφορούν τη δυνατότητα περαιτέρω δανεισμού, την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας και το διαρκώς αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.

Advertisement
Advertisement

Το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι το ετήσιο ΑΕΠ των ΗΠΑ διαμορφώθηκε στα 31,9 τρισ. δολάρια το πρώτο τρίμηνο του έτους, ξεπερνώντας οριακά το δημόσιο χρέος που βρίσκεται στα χέρια επενδυτών και ανέρχεται στα 31,4 τρισ. δολάρια.

Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ είχε υπερβεί προσωρινά το 100% μόνο στις αρχές της πανδημίας COVID-19, όταν η οικονομική δραστηριότητα κατέρρευσε. Πριν από αυτό, κάτι αντίστοιχο είχε να συμβεί από την εποχή του Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Ωστόσο, οι οικονομικές συνθήκες σήμερα διαφέρουν σημαντικά από εκείνες της μεταπολεμικής περιόδου. Το 1946 οι ΗΠΑ εξήλθαν από τον πόλεμο με υψηλό χρέος, αλλά ταυτόχρονα διέθεταν νεανικό πληθυσμό, ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης και πολιτική βούληση για δημοσιονομική πειθαρχία.

Σήμερα, αντίθετα, η αμερικανική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με τη γήρανση του πληθυσμού, την αύξηση των κοινωνικών δαπανών, τα επίμονα ελλείμματα και την απουσία αξιόπιστου σχεδίου περιορισμού του χρέους.

Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου προβλέπει ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα συνεχίσει να αυξάνεται και θα φτάσει το 120% έως το 2036.

Οι αναλυτές παρομοιάζουν την κατάσταση με μια οικογένεια που έχει δημιουργήσει χρέος 100.000 δολαρίων ενώ διαθέτει ετήσιο εισόδημα επίσης 100.000 δολαρίων. Αν το χρέος προήλθε από έκτακτες δαπάνες και συνοδεύεται από χαμηλό επιτόκιο και προοπτικές αύξησης εισοδήματος, η κατάσταση θεωρείται διαχειρίσιμη. Αν όμως δημιουργήθηκε για να καλύψει καθημερινά έξοδα που υπερβαίνουν τα έσοδα και επιβαρύνεται με υψηλά επιτόκια, τότε η εικόνα γίνεται ιδιαίτερα ανησυχητική.

Advertisement

Κατά την ανάλυση του Axios, η αμερικανική κυβέρνηση μοιάζει περισσότερο με τη δεύτερη περίπτωση.

Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου εκτιμά ότι τα ομοσπονδιακά έσοδα θα κινηθούν τα επόμενα χρόνια μεταξύ 17% και 18% του ΑΕΠ, ενώ οι δαπάνες θα ξεπερνούν το 23% του ΑΕΠ. Το δημοσιονομικό αυτό κενό, που αντιστοιχεί περίπου στο 6% του ΑΕΠ, υπερβαίνει τον ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης, κάτι που σημαίνει ότι το χρέος θα συνεχίσει να αυξάνεται ταχύτερα από την οικονομία.

Παράλληλα, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αυξάνεται ραγδαία. Οι τόκοι που καταβάλλει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αναμένεται να ξεπεράσουν το 1,5 τρισ. δολάρια έως το 2031, φτάνοντας πάνω από το 4% του ΑΕΠ.

Advertisement

Οι προβλέψεις αυτές βασίζονται στο σενάριο ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν περίπου στα σημερινά επίπεδα, με το 10ετές αμερικανικό ομόλογο να αποδίδει περίπου 4,4%, και ότι οι επενδυτές θα συνεχίσουν να χρηματοδοτούν το ολοένα αυξανόμενο χρέος.

Σε αντίθεση με τη μεταπολεμική περίοδο, όταν οι στρατιωτικές δαπάνες μειώθηκαν και η επιστροφή των στρατιωτών ενίσχυσε θεαματικά το εργατικό δυναμικό και την ανάπτυξη, σήμερα οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν διαφορετικές προκλήσεις.

Το ποσοστό των Αμερικανών που βρίσκονται σε ηλικία συνταξιοδότησης αυξάνεται γρήγορα, η ανάπτυξη του εργατικού δυναμικού επιβραδύνεται λόγω περιοριστικών μεταναστευτικών πολιτικών, ενώ η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει παράλληλα αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες.

Advertisement

Ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι πιθανή διέξοδος θα μπορούσε να προκύψει μέσω της Τεχνητή Νοημοσύνη, εφόσον οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας και της οικονομικής δραστηριότητας.

Ωστόσο, ακόμη και αυτό το σενάριο ενδέχεται να δημιουργήσει νέες προκλήσεις, καθώς τα φορολογικά έσοδα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στη φορολόγηση της ανθρώπινης εργασίας, η οποία θα μπορούσε να επηρεαστεί από την ευρύτερη αυτοματοποίηση της οικονομίας.

Advertisement