Αν ο Άντριου Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ δεν ανήκε στη βρετανική βασιλική οικογένεια, αλλά ήταν ένας πολιτικός ή επικεφαλής μεγάλης εταιρείας που είχε εμπλακεί σε επαναλαμβανόμενες υποθέσεις αμφιλεγόμενης φύσης, πιθανότατα θα είχε απομακρυνθεί οριστικά από κάθε δημόσιο ρόλο. Στους κόλπους όμως της μοναρχίας, οι δεσμοί αίματος δεν λύνονται με μια απλή απόφαση αποπομπής.
Η πρόσφατη σύλληψη και η αστυνομική έρευνα που τον αφορούν επανέφεραν στο προσκήνιο όχι μόνο τις γνωστές διασυνδέσεις του με τον καταδικασμένο χρηματιστή Τζέφρι Έπσταϊν -τις οποίες ο ίδιος αρνείται ότι συνδέονται με παράνομες πράξεις-, αλλά και τη σύνθετη σχέση του με τον μεγαλύτερο αδελφό του, τον βασιλιά Κάρολο Γ΄. Ο μονάρχης, μετά τις τελευταίες εξελίξεις, τόνισε δημόσια ότι «ο νόμος πρέπει να ακολουθήσει την πορεία του», υπογραμμίζοντας πως κανένα μέλος της οικογένειας δεν βρίσκεται υπεράνω της Δικαιοσύνης.
Για τον Κάρολο, αυτή η στάση δεν ήταν μόνο θεσμική επιλογή αλλά και προσωπικό βάρος. Όπως έχει επισημανθεί από το BBC, ο βασιλιάς καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην προστασία του κύρους του Στέμματος και στην ευθύνη απέναντι στον αδελφό του. Στο πλαίσιο αυτό, πριν από περίπου ενάμιση χρόνο επιχείρησε να τον απομακρύνει από το Royal Lodge στο Ουίνδσορ, περιορίζοντας δραστικά την οικονομική του στήριξη, μια κίνηση που στο παλάτι περιγράφηκε ανεπίσημα ως «πολιορκία».
Τελικά ο Άντριου εγκατέλειψε την έπαυλη των 30 δωματίων, ιδιαίτερα μετά τη δημοσιοποίηση των λεγόμενων «αρχείων Έπσταϊν» από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης. Παράλληλα, ο Κάρολος του εξασφάλισε ιδιωτική κατοικία και οικονομικό επίδομα από προσωπικούς πόρους, όχι από το δημόσιο ταμείο, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα αν πρόκειται για ανθρώπινη στήριξη ή έμμεση προστασία.
Η μεταξύ τους σχέση φέρει ρίζες από την παιδική ηλικία. Ο Άντριου θεωρούνταν το εξωστρεφές και αγαπημένο παιδί της βασίλισσας Ελισάβετ Β΄, ενώ ο Κάρολος, ως πρωτότοκος, μεγάλωσε με το βάρος του διαδόχου. Ο ίδιος ο Άντριου φέρεται να είχε αποκαλέσει τον εαυτό του «the spare». Σήμερα, ο «κληρονόμος» βρίσκεται στον θρόνο και ο «αναπληρωματικός» στο μικροσκόπιο των Αρχών, με το παρελθόν του -συμπεριλαμβανομένης της αμφιλεγόμενης θητείας του ως ειδικού εμπορικού απεσταλμένου (2001–2011)-, να συνεχίζει να ρίχνει βαριά σκιά.