Οι επιστήμονες που μελέτησαν τη βιολογική κατάσταση της Μαρία Μπράνιας Μορέρα, η οποία έζησε έως τα 117 χρόνια, κατέληξαν στο εντυπωσιακό συμπέρασμα ότι η γήρανση και η εμφάνιση ασθενειών δεν εξελίσσονται απαραίτητα παράλληλα.
Η πρόσφατη έρευνα εξέτασε εκτενώς δείγματα αίματος, σάλιου, ούρων αλλά και το μικροβίωμα του εντέρου της υπεραιωνόβιας γυναίκας, εφαρμόζοντας μια ολοκληρωμένη «multiomics» ανάλυση. Δηλαδή πραγματοποιήθηκε ταυτόχρονη μελέτη γονιδιώματος, επιγονιδιώματος, μεταβολικών διεργασιών, πρωτεϊνών και βακτηριακής χλωρίδας του οργανισμού.
Σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Cell Reports Medicine», ερευνητές από το Ινστιτούτο Έρευνας Λευχαιμίας Josep Carreras διαπίστωσαν ότι τα κύτταρά της παρουσίαζαν χαρακτηριστικά που αντιστοιχούσαν σε πολύ νεότερη ηλικία.
Παρότι στην Καταλονία, την περιοχή καταγωγής της, το μέσο προσδόκιμο ζωής για τις γυναίκες είναι περίπου τα 86 έτη, η ίδια ξεπέρασε αυτό το όριο κατά περισσότερο από τρεις δεκαετίες, χωρίς να εμφανίσει σοβαρές ασθένειες όπως καρκίνο ή άνοια. Για να εξηγήσουν αυτό το φαινόμενο, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν «επιγενετικά ρολόγια», δηλαδή εργαλεία που εκτιμούν τη βιολογική ηλικία μέσω χημικών τροποποιήσεων στο DNA.
Με βάση έξι διαφορετικές μετρήσεις, το αίμα και άλλοι ιστοί της έδειχναν βιολογική ηλικία κατά 10 έως 30 χρόνια μικρότερη από την πραγματική της ηλικία. Επιπλέον, μία ακόμη ανάλυση που βασίστηκε στο ριβοσωμικό DNA κατέδειξε ότι τα κύτταρά της ήταν περίπου 23 χρόνια «νεότερα».
Οι γιατροί σημείωσαν ότι μέχρι και τους τελευταίους μήνες της ζωής της διατηρούσε ικανοποιητική καρδιαγγειακή λειτουργία, καλή πνευματική διαύγεια και σχετικά περιορισμένα προβλήματα υγείας για την ηλικία της.
Το παράδοξο των τελομερών και το «νεανικό» έντερο
Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα ευρήματα ήταν ότι τα τελομερή της -οι προστατευτικές άκρες του DNA που χρησιμοποιούνται ως δείκτης γήρανσης-, ήταν από τα πιο κοντά που έχουν καταγραφεί ποτέ σε υγιή άτομα.
Παρότι τα κοντά τελομερή συνήθως σχετίζονται με γήρανση και ασθένειες, οι ερευνητές θεωρούν ότι στην περίπτωσή της ίσως λειτούργησαν προστατευτικά, περιορίζοντας την ανεξέλεγκτη κυτταρική διαίρεση και συνεπώς τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου.
Η επιστημονική ομάδα εντόπισε επίσης σπάνιες γενετικές παραλλαγές που συνδέονται με καλύτερη λειτουργία του ανοσοποιητικού, προστασία της καρδιάς και υγεία του εγκεφάλου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε και το μικροβίωμα του εντέρου της. Οι ερευνητές κατέγραψαν υψηλά επίπεδα του βακτηρίου Bifidobacterium, το οποίο συνήθως μειώνεται με την ηλικία και σχετίζεται με χαμηλότερα επίπεδα φλεγμονής στον οργανισμό. Η ίδια ακολουθούσε Μεσογειακού τύπου διατροφή, πλούσια σε λαχανικά, όσπρια, ελαιόλαδο και μικρές ποσότητες ψαριού, ενώ κατανάλωνε περίπου τρία γιαούρτια ημερησίως.
Τα συγκεκριμένα γιαούρτια περιείχαν βακτήρια όπως Streptococcus thermophilus και Lactobacillus delbrueckii, τα οποία μπορούν να ενισχύσουν την ανάπτυξη των Bifidobacterium στο έντερο. Οι αιματολογικές της εξετάσεις έδειχναν επίσης πολύ χαμηλά τριγλυκερίδια και χαμηλή «κακή» χοληστερόλη (LDL), αλλά υψηλή «καλή» χοληστερόλη (HDL). Παράλληλα, οι δείκτες φλεγμονής που σχετίζονται με καρδιοπάθειες και πρόωρη θνησιμότητα ήταν ασυνήθιστα χαμηλοί.
Οι καθημερινές συνήθειες που ενδιέφεραν τους επιστήμονες
Οι ερευνητές τονίζουν ότι η μελέτη ενός μόνο ατόμου δεν αρκεί για ασφαλή γενικά συμπεράσματα σχετικά με τη μακροζωία, ούτε σημαίνει ότι μπορεί κάποιος να φτάσει εύκολα σε αντίστοιχη ηλικία.
Ωστόσο, ορισμένα στοιχεία από τον τρόπο ζωής της θεωρούνται αξιοσημείωτα. Η Μαρία Μπράνιας Μορέρα δεν κάπνιζε, δεν κατανάλωνε αλκοόλ, περπατούσε καθημερινά και διατηρούσε ενεργή κοινωνική ζωή. Παράλληλα, είχε στενή επαφή με τη φύση μέσω του κήπου και των κατοικιδίων της.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η περίπτωσή της δείχνει πως ένας ισχυρός γενετικός παράγοντας μπορεί να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο όταν συνδυάζεται με υγιεινές συνήθειες.
Όπως σημειώνουν, τα γονίδια ίσως «θέτουν τις προϋποθέσεις», όμως οι καθημερινές επιλογές στη διατροφή, στη σωματική δραστηριότητα και στις κοινωνικές σχέσεις παίζουν καθοριστικό ρόλο στο πώς εξελίσσεται η υγεία ενός ανθρώπου με το πέρασμα των δεκαετιών.