Σε μια κίνηση που έχει προκαλέσει διεθνείς αντιδράσεις και διπλωματικούς τριγμούς, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να εξασφαλίσουν πλήρη και διαρκή στρατιωτική πρόσβαση στη Γροιλανδία, ενισχύοντας τη στρατηγική τους θέση στην Αρκτική.
Η πρωτοβουλία αυτή έρχεται στο επίκεντρο των συνομιλιών με τη Δανία, γεγονός που αναδεικνύει ευρύτερες εντάσεις εντός του ΝΑΤΟ και γεωπολιτικές ανησυχίες σχετικά με την ισορροπία δυνάμεων στον Βορρά.
Σε μια προσπάθεια να επεκτείνουν δραστικά τη στρατιωτική τους παρουσία στη Γροιλανδία, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να αλλάξουν τους όρους της αμυντικής συμφωνίας με τη Δανία, καταργώντας περιορισμούς και εξασφαλίζοντας πλήρη πρόσβαση στο νησί χωρίς χρονοδιάγραμμα ή ουσιαστικούς όρους.
Τι ζητούν οι ΗΠΑ
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, σε εξέλιξη βρίσκονται διαπραγματεύσεις για την αναδιατύπωση της ιστορικής αμυντικής συμφωνίας του 1951 μεταξύ ΗΠΑ και Δανίας – μια συμφωνία που ήδη επιτρέπει στην Ουάσινγκτον στρατιωτική παρουσία στη Γροιλανδία υπό την προϋπόθεση ότι θα ενημερώνει και θα συμβουλεύεται τόσο τη Δανία όσο και την κυβέρνηση της Γροιλανδίας πριν κάνει ουσιαστικές αλλαγές.
Η αμερικανική πλευρά επιδιώκει να αφαιρέσει αυτήν την προϋπόθεση, ώστε οι ΗΠΑ να έχουν απεριόριστη στρατιωτική πρόσβαση και δυνατότητα ανάπτυξης δυνάμεων, υποδομών και σχεδίων χωρίς περαιτέρω έγκριση από τους εταίρους.
Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου έχει αναφερθεί στην πρόθεση αυτή ως μέρος ενός «πλαισίου συμφωνίας» που θα επιτρέπει στις ΗΠΑ να επιτυγχάνουν όλα τα στρατηγικά τους οφέλη από τη Γροιλανδία «με ελάχιστο κόστος, για πάντα» – μια φράση που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην Ευρώπη και στη Δανία.
Bloomberg: Πυραύλοι, μεταλλευτικά δικαιώματα και ΝΑΤΟ στην Αρκτική
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg, η πρόταση που έχει κατατεθεί στο πλαίσιο αυτών των συνομιλιών περιλαμβάνει -πέρα από την πλήρη πρόσβαση- τη δυνατότητα ανάπτυξης αμερικανικών πυραύλων στη Γροιλανδία και να δοθούν μεταλλευτικά δικαιώματα που θα περιορίσουν την κινεζική παρουσία στην περιοχή, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής για την Αρκτική.
Αυτή η πρόταση συνδέεται επίσης με ενισχυμένη παρουσία του ΝΑΤΟ στην περιοχή, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν πιθανές απειλές από Ρωσία και Κίνα – αλλά και για να γίνουν πιο «ελκυστικά» τα αμερικανικά αιτήματα στους Ευρωπαίους συμμάχους.
Το ιστορικό πλαίσιο της συμφωνίας και η στρατιωτική παρουσία
Η ισχύουσα συμφωνία, που υπογράφηκε αρχικά το 1951 και τροποποιήθηκε το 2004, προβλέπει ότι οι ΗΠΑ μπορούν να έχουν στρατιωτικές βάσεις στη Γροιλανδία, αλλά μόνο μετά από ενημέρωση και συνεννόηση με τη Δανία και τη Γροιλανδία. Αυτή η συμφωνία -μέρος του πλαισίου του ΝΑΤΟ- είναι που σήμερα οι Αμερικανοί διαπραγματευτές θέλουν να αλλάξουν, ώστε να αφαιρεθούν τα «εμπόδια» στην ανάπτυξη αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων και δραστηριοτήτων.
Η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη Γροιλανδία σήμερα είναι πολύ μικρότερη σε σχέση με την εποχή του Ψυχρού Πολέμου: από 6.000 στρατιώτες στο παρελθόν, σήμερα περίπου 150 στρατιωτικοί και 300 συμβασιούχοι είναι σταθμευμένοι στην Pituffik Space Base (πρώην Thule Air Base), που αποτελεί τη μοναδική σημαντική βάση των ΗΠΑ στο νησί.
Αντιδράσεις Δανίας, Γροιλανδίας και Ευρώπης
Παρά τις αμερικανικές φιλοδοξίες, τόσο η κυβέρνηση της Δανίας όσο και αυτή της Γροιλανδίας έχουν ξεκαθαρίσει ότι η κυριαρχία του νησιού είναι «μη διαπραγματεύσιμη» και ότι οποιαδήποτε συμφωνία πρέπει να σέβεται πλήρως αυτό το καθεστώς.
Οι αξιωματούχοι έχουν επανειλημμένα δηλώσει ότι η Γροιλανδία δεν είναι προς πώληση και ότι η απόφαση για το μέλλον της θα πρέπει να λαμβάνεται από τους ίδιους τους Γροιλανδούς, χωρίς εξωτερικές πιέσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, έχουν επίσης πραγματοποιηθεί στρατιωτικές ασκήσεις όπως η «Operation Arctic Endurance», υπό την ηγεσία της Δανίας με συμμετοχή άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, με στόχο να ενισχύσουν την ικανότητα αποτροπής στην περιοχή της Αρκτικής υπό το φως αυτών των πιέσεων.
Αν και οι Αμερικανοί συνομιλητές παρουσιάζουν τις αλλαγές ως τρόπο ενίσχυσης της περιφερειακής ασφάλειας, υπάρχουν ανησυχίες πως μια πολύ ευρεία πρόσβαση χωρίς όρια χρόνου ή λειτουργίας θα μπορούσε να υπονομεύσει τις διεθνείς σχέσεις εντός του ΝΑΤΟ, να προκαλέσει αποσταθεροποίηση στις ευρωατλαντικές σχέσεις και να ενισχύσει περαιτέρω ανταγωνιστικές αντιδράσεις από άλλες μεγάλες δυνάμεις.
(με πληροφορίες από Reuters, Bloomberg)