Η χρηματοδότηση της Συρίας ύψους περίπου 620 εκατ. ευρώ για την περίοδο 2026–2027, με απώτερο στόχο τη σταθεροποίηση της χώρας και τη δημιουργία συνθηκών για επιστροφές προσφύγων, βρέθηκε στο επίκεντρο της συνάντησης Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και του Αντόνιο Κόστα με τον Σύριο πρόεδρο Άχμεντ αλ-Σαράα στη Δαμασκό. Στο ίδιο πλαίσιο, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανακοίνωσε από τον Λίβανο την υπογραφή προγράμματος ύψους 80 εκατ. ευρώ για τη στήριξη των επιστροφών και της επανένταξης Σύρων προσφύγων στη Συρία, διευκρινίζοντας ότι, ενώ η ΕΕ θα συνεχίσει να στηρίζει τους πρόσφυγες και τις κοινότητες υποδοχής στον Λίβανο, επενδύει παράλληλα στη σταθερότητα και την οικονομική ανάκαμψη εντός της Συρίας ως προϋπόθεση για «ασφαλείς, εθελοντικές και βιώσιμες» επιστροφές.
Η επίσκεψη εντάσσεται στο πλαίσιο της περιοδείας τους στη Μέση Ανατολή (Ιορδανία, Λίβανος, Συρία) η οποία πραγματοποιείται σε μια συγκυρία έντονων πιέσεων στο εσωτερικό της Ευρώπης. Η συνεχιζόμενη μεταναστευτική πίεση, σε συνδυασμό με την άνοδο λαϊκιστικών και ακραίων φωνών σε αρκετά κράτη-μέλη, ωθεί τις Βρυξέλλες να αναζητήσουν λύσεις πέρα από τα ευρωπαϊκά σύνορα. Στο πλαίσιο αυτό, η ενίσχυση της Συρίας μέσω χρηματοδότησης, αποκατάστασης βασικών υποδομών και επαναλειτουργίας κρατικών υπηρεσιών αντιμετωπίζεται ως βασική προϋπόθεση για τη διαμόρφωση των συνθηκών εκείνων που θα μπορούσαν να καταστήσουν εφικτές, σε βάθος χρόνου, «ασφαλείς, αξιοπρεπείς και εθελοντικές» επιστροφές προσφύγων.
Η Ευρώπη θα κάνει ό,τι μπορεί για να υποστηρίξει την ανάκαμψη και την ανοικοδόμηση της Συρίας.
Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν εξέφρασε ανοιχτά την ανησυχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα. «Οι βίαιες κλιμακώσεις των τελευταίων ημερών είναι ανησυχητικές», δήλωσε, τονίζοντας ότι «ο συνεχιζόμενος διάλογος μεταξύ όλων των πλευρών είναι επειγόντως αναγκαίος». Ως θετικό παράδειγμα ανέφερε τον οδικό χάρτη για τη Σουέιντα, «που αναπτύχθηκε από κοινού με την Ιορδανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες», χαρακτηρίζοντάς τον «πολύ καλό παράδειγμα για τον δρόμο προς τα εμπρός».
Σε αυτό το εύθραυστο περιβάλλον, η πρόεδρος της Επιτροπής παρουσίασε ένα νέο πλαίσιο συνεργασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Συρία, το οποίο, όπως είπε, «βασίζεται σε τρεις πυλώνες». Και οι τρεις, ωστόσο, συνδέονται άμεσα με έναν κεντρικό ευρωπαϊκό στόχο: τη σταθεροποίηση της χώρας και τη δημιουργία των προϋποθέσεων για επιστροφές Σύρων προσφύγων.
Ο πρώτος πυλώνας αφορά την πολιτική συνεργασία. «Θέλουμε να εγκαινιάσουμε μια νέα πολιτική εταιρική σχέση», ανέφερε η φον ντερ Λάιεν, διευκρινίζοντας ότι αυτή θα ξεκινήσει με «διάλογο υψηλού επιπέδου κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους», ώστε να διερευνηθεί «πώς η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να στηρίξει με τον καλύτερο τρόπο την πορεία της Συρίας προς την ανάκαμψη, την ανοικοδόμηση και την κοινωνική ειρήνη». Όπως τόνισε, στόχος είναι «μια νέα, ειρηνική, χωρίς αποκλεισμούς και ασφαλής Συρία».
Ο δεύτερος πυλώνας αφορά την οικονομική συνεργασία και την αποκατάσταση βασικών υποδομών. Η πρόεδρος της Επιτροπής υπενθύμισε ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη προχωρήσει στην άρση όλων των οικονομικών κυρώσεων από τις αρχές του περασμένου έτους», ενώ «έχει καλέσει την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων να επανεκκινήσει τη δραστηριότητά της στη Συρία». Παράλληλα, ανακοίνωσε ότι η ΕΕ επιθυμεί να ξεκινήσει συζητήσεις για την επανέναρξη της Συμφωνίας Συνεργασίας, «ώστε η Συρία να μπορέσει και πάλι να επωφεληθεί από την πρόσβαση στην ευρωπαϊκή οικονομική αγορά». Η οικονομική ανάκαμψη και η αποκατάσταση κρίσιμων υποδομών θεωρούνται απαραίτητες για τη σταθερότητα της χώρας και τη δημιουργία συνθηκών επιστροφής.
Ο τρίτος πυλώνας αφορά τη χρηματοδοτική στήριξη και συνδέεται άμεσα με το μεταναστευτικό. «Ο τρίτος πυλώνας είναι ότι θέλουμε να στηρίξουμε αυτή τη νέα συνεργασία με ένα ουσιαστικό πακέτο χρηματοδοτικής στήριξης», δήλωσε η φον ντερ Λάιεν, προσθέτοντας ότι «μετά από χρόνια καταστροφής υπό το καθεστώς Άσαντ, οι ανάγκες της Συρίας για ανάκαμψη και ανοικοδόμηση είναι τεράστιες και το είδα με τα ίδια μου τα μάτια».
Όπως ανακοίνωσε, η Ευρωπαϊκή Ένωση σκοπεύει να ενισχύσει τη δέσμευσή της «με χρηματοδοτική στήριξη ύψους περίπου 620 εκατ. ευρώ για την περίοδο 2026–2027». «Αυτή η χρηματοδοτική στήριξη θα περιλαμβάνει, βεβαίως, ανθρωπιστική βοήθεια, αλλά και στήριξη για την πρώιμη ανάκαμψη και διμερή στήριξη», ανέφερε, διευκρινίζοντας ότι «ολόκληρο αυτό το πακέτο είναι απαραίτητο για να στηριχθεί η κυβέρνηση στην αποκατάσταση των βασικών υπηρεσιών για τον πληθυσμό και στην ανοικοδόμηση των κρατικών θεσμών».
Η πρόεδρος της Επιτροπής συνέδεσε ευθέως τη χρηματοδότηση με το μεταναστευτικό, δηλώνοντας ότι «θα θέλαμε οι Σύροι να έχουν μια πραγματική προοπτική επιστροφής στην πατρίδα τους και ανοικοδόμησης της ζωής τους εδώ». Για τον λόγο αυτό, όπως είπε, η Ευρωπαϊκή Ένωση «εντείνει τη συνεργασία της με περιφερειακούς εταίρους, συμπεριλαμβανομένων της Τουρκίας, της Ιορδανία και του Λιβάνου, καθώς και με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, προκειμένου να στηριχθούν ασφαλείς, αξιοπρεπείς και εθελοντικές επιστροφές».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Αντόνιο Κόστα, ο οποίος διαβεβαίωσε τη συριακή ηγεσία ότι «στηρίζουμε τη Συρία, όπως ακριβώς κάναμε και όταν χαλαρώσαμε τις κυρώσεις κατά της χώρας», ενθαρρύνοντας τη Δαμασκό «να συνεχίσει προς την ίδια κατεύθυνση, να προχωρήσει πιο μακριά και πιο γρήγορα». Υπογράμμισε παράλληλα τη σημασία των σχέσεων καλής γειτονίας, ενώ τόνισε ότι η ΕΕ βρίσκεται στη Δαμασκό «με εμπιστοσύνη και διάθεση συνεργασίας, για να ανοίξει την πόρτα μιας νέας εταιρικής σχέσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Συρίας».
Η επίσκεψη στη Δαμασκό και τον Λίβανο έρχεται σε άμεση συνέχεια της χθεσινής Συνόδου Κορυφής ΕΕ–Ιορδανίας στο Αμμάν και της έντονης διπλωματικής κινητικότητας της Ένωσης στην περιοχή. Από την Ιορδανία έως τη Συρία, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να εμφανιστεί ως παράγοντας σταθερότητας σε μια ιδιαίτερα ρευστή γεωπολιτική συγκυρία, την ώρα που, όπως είχε τονίσει από το Κάιρο η Κάγια Κάλας, οι διεθνείς εξελίξεις τροφοδοτούν την ευρωπαϊκή ανησυχία για τη συνοχή της διεθνούς τάξης και την ασφάλεια της ίδιας της Ευρώπης. Στο φόντο αυτό, το μεταναστευτικό, η περιφερειακή σταθερότητα και η ανάγκη διατήρησης γεωπολιτικού βάρους συνδέονται πλέον άρρηκτα, διαμορφώνοντας το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι Βρυξέλλες καλούνται να κινηθούν τόσο εντός όσο και εκτός των συνόρων τους.