Ο Νιλ Σεντάκα δεν ήταν απλώς ένας ακόμη ποπ σταρ. Ήταν ένας σπάνιος συνδυασμός: πιανίστας με κλασική παιδεία, τραγουδοποιός με ένστικτο «χρυσού» ρεφρέν και ερμηνευτής που κατάφερε να ξανακερδίσει το κοινό σε δύο διαφορετικές εποχές. Από τα εφηβικά του σουξέ στα τέλη των 50s και τις αρχές των 60s μέχρι τη θριαμβευτική επιστροφή των 70s, ο Σεντάκα άφησε πίσω του δεκάδες επιτυχίες, εκατοντάδες τραγούδια και μια εικόνα που τον ακολουθούσε πάντα: ένας «μεγάλος» που παρέμεινε απλός.

Γεννημένος στο Μπρούκλιν, ο Νιλ Σεντάκα είχε από νωρίς μια σχεδόν «σχολαστική» σχέση με τη μουσική. Η πειθαρχία στο πιάνο και η κλασική εκπαίδευση λειτούργησαν σαν βάση. Πάνω της έχτισε εκείνο το χαρακτηριστικό, λαμπερό ποπ ύφος που έμελλε να γίνει σήμα κατατεθέν.

Advertisement
Advertisement

Κομβικό κομμάτι της διαδρομής του ήταν η συνεργασία του με τον στιχουργό Χάουαρντ Γκρίνφιλντ, μέσα στο περιβάλλον του Brill Building, εκεί όπου γεννήθηκαν μερικές από τις πιο αναγνωρίσιμες αμερικανικές pop φόρμουλες του 20ού αιώνα.

Οι μεγάλες επιτυχίες: τα τραγούδια που έμειναν

Αν έπρεπε να περιγράψεις τον Σεντάκα με έναν τίτλο, θα ήταν «ο άνθρωπος που έγραφε ρεφρέν που δεν έφευγαν από το μυαλό». Στην κορυφή της λίστας των τραγουδιών που τον καθιέρωσαν — και συνεχίζουν να ακούγονται μέχρι σήμερα:

  • «Breaking Up Is Hard to Do»
  • «Oh! Carol»
  • «Calendar Girl»
  • «Happy Birthday Sweet Sixteen»
  • «Laughter in the Rain»
  • «Bad Blood»

Στα charts, η εικόνα είναι εξίσου εντυπωσιακή: ο Σεντάκα είχε 3 τραγούδια στο Νο1 του Billboard Hot 100, 9 Top 10 και 30 συνολικά entries στο Hot 100 ως ερμηνευτής.

Και βέβαια, ήταν και δημιουργός για άλλους: έγραψε/συνέγραψε τραγούδια που έζησαν δεύτερες ζωές από διαφορετικές φωνές και διαφορετικές εποχές.

Πόσους δίσκους πούλησε: τα «μεγάλα νούμερα» ενός pop φαινομένου

Στο θέμα των πωλήσεων, οι πηγές δίνουν διαφορετικές μετρήσεις — όλες όμως δείχνουν το ίδιο πράγμα: εμπορικό φαινόμενο.

Η Encyclopaedia Britannica αναφέρει ότι την περίοδο 1959–1963 ο Σεντάκα και ο Γκρίνφιλντ έφτασαν σε πωλήσεις 40 εκατομμυρίων δίσκων, «δεύτεροι μόνο μετά τον Έλβις». 

Advertisement

Άλλες αναφορές μιλούν για πάνω από 25 εκατομμύρια δίσκους έως το 1963. 

Το ασφαλές συμπέρασμα; Στις αρχές των 60s είχε ήδη μπει στο κλειστό κλαμπ των καλλιτεχνών με δεκάδες εκατομμύρια πωλήσεις — και συνέχισε να γράφει/τραγουδά επιτυχίες και στις επόμενες δεκαετίες.

Η μεγάλη επιστροφή των 70s και το «δεύτερο ξεκίνημα»

Όπως συνέβη σε πολλούς καλλιτέχνες της γενιάς του, η «βρετανική εισβολή» άλλαξε τους κανόνες του παιχνιδιού. Όμως ο Σεντάκα έκανε κάτι που λίγοι κατάφεραν με τόσο καθαρό τρόπο: επέστρεψε.

Advertisement

Με στήριξη και ώθηση που συνδέθηκε και με τον Έλτον Τζον (Rocket Records), ξαναμπήκε δυνατά στην αμερικανική αγορά και έπιασε ξανά κορυφές, με τραγούδια όπως το «Laughter in the Rain» και το «Bad Blood».

«Στο μεγάλο πάρτι του ΑΝΤ1»: η ελληνική νύχτα του 1992, όπως τη θυμάμαι

Και εδώ έρχεται η ελληνική ιστορία, από εκείνες που δεν χωράνε σε ψυχρά βιογραφικά.

Στο μεγάλο πάρτι του ΑΝΤ1, την 31η Δεκεμβρίου 1991, σε μια βραδιά στο Intercontinental που διοργάνωσε ο μοναδικός Νίκος Μαστοράκης και που έμεινε ως τηλεοπτικό γεγονός-σταθμός, ο Νιλ Σεντάκα ήταν ανάμεσα στους διεθνείς καλεσμένους που ήρθαν για να συμμετάσχουν. Μαζί του, όπως έζησα και θυμάμαι, είχαν κληθεί από τον Νίκο και μεγάλα ονόματα/σχήματα της χρυσής εποχής τους. Σέρτζιο Ενρίκο, Mamas and the Papas, the Platters, Dion σε ένα «μοναδικό πάρτι που είχε αφήσει ιστορία», παρουσιασμένο από τον Νίκο Μαστοράκη μαζί με τον Γιώργο Πολυχρονίου και εμένα

Advertisement

Η εικόνα που μένει από εκείνη τη βραδιά δεν είναι του «σταρ». Είναι του επαγγελματία: πρώτος στις πρόβες, τελευταίος που έφευγε. Ένας άνθρωπος «εκπληκτικός και απλός», με διεθνή λάμψη αλλά χωρίς ίχνος πόζας.

Και υπάρχει κι εκείνη η πιο ανθρώπινη λεπτομέρεια: όταν ο Μίνως Κυριακού κάλεσε καλλιτέχνες και συντελεστές στο Δουράμπεη για φαγητό, ο Σεντάκα — όπως θυμάμαι — ενθουσιάστηκε με τα ελληνικά θαλασσινά. Μικρές στιγμές που, τελικά, λένε πολλά για το πόσο άνετα ένιωθε εδώ.

Ένας σταρ που έμοιαζε της «γειτονιάς»

Στις μνήμες μου υπάρχει κι ακόμη ένα στιγμιότυπο, όπως μου το περιέγραψε ο ίδιος ο Νίκος Μαστοράκης στις εποχές που ζούσε στο Λος Άντζελες. Γείτονας του ο Σεντάκα. Αλλά τόσο ακριβοθώρητος που ο Νίκος δεν το ήξερε. Και μια μέρα κάποιος του χτυπά την πόρτα του Νίκου Μαστοράκη. Και βλέπει έκπληκτος μπροστά του τον Νηλ Σεντάκα. Για να ζητήσει υλικά μαγειρικής, γιατί του άρεσε να μαγειρεύει και εκείνη τη μέρα έφτιαχνε φαγητό για την οικογένειά του και.κάποια του έλειπαν. Είναι ακριβώς αυτό που περιγράφει τη δημόσια εικόνα του: ένας άνθρωπος που μπορούσε να είναι headline,  προτιμούσε να είναι κανονικός.

Advertisement

Στην προσωπική του ζωή, ήταν παντρεμένος από το 1962 με τη σύζυγό του, Λέμπα, και απέκτησαν δύο παιδιά.

Advertisement

Το τέλος μιας εποχής – και η κληρονομιά που δεν τελειώνει

Στα 86 του χρόνια, ο Νιλ Σεντάκα έφυγε αφήνοντας πίσω του κάτι παραπάνω από «νοσταλγία»: άφησε έναν ολόκληρο τρόπο γραφής ποπ τραγουδιών. Την ικανότητα να συμπυκνώνει τον έρωτα, τον χωρισμό, την εφηβεία, τη χαρά, σε λίγες νότες και μία φράση που γίνεται σύνθημα.

Και για εμάς εδώ, στην Ελλάδα, έμεινε και κάτι ακόμη: η μνήμη ενός διεθνούς καλλιτέχνη που λάτρεψε τη χώρα, απόλαυσε το τραπέζι της, τίμησε τη δουλειά στις πρόβες και σε μια νύχτα τηλεοπτικής ιστορίας, χάρη στον Μίνω Κυριάκου και το Νίκο Μαστοράκη. έγινε κομμάτι της δικής μου αφήγησης.

Advertisement