Το σιτάρι βρίσκεται στην καρδιά της καθημερινής διατροφής δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Από το ψωμί και τα ζυμαρικά μέχρι τα μπισκότα, τα δημητριακά πρωινού και τα ασιατικά noodles, ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου τραπεζιού εξαρτάται από τις ίδιες λίγες καλλιέργειες και από περιορισμένο αριθμό χωρών που ελέγχουν τις εξαγωγές τους.
Αυτή ακριβώς η εξάρτηση μετατρέπεται τώρα σε παγκόσμιο κίνδυνο. Όπως επισημαίνει σε εκτενές ρεπορτάζ της στους New York Times η Σομίνι Σενγκούπτα, οι μεγάλοι «σιτοβολώνες» του πλανήτη δέχονται ταυτόχρονα χτυπήματα από πολέμους, καύσωνες, ξηρασία και εμπορικές συγκρούσεις.
Η Μαύρη Θάλασσα έγινε πολεμικό μέτωπο
Ρωσία και Ουκρανία αντιπροσωπεύουν μαζί σχεδόν το 30% των παγκόσμιων εξαγωγών σιταριού. Η Ρωσία είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας στον κόσμο και η Ουκρανία ο πέμπτος.
Οι επιθέσεις σε λιμάνια, αποθήκες, τερματικούς σταθμούς και εμπορικά πλοία στη Μαύρη Θάλασσα και την Αζοφική έχουν περιορίσει δραστικά τις φορτώσεις. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται οι Financial Times, οι ουκρανικές εξαγωγές σιτηρών μειώθηκαν μέσα στον Αύγουστο κατά 75%, ενώ οι ρωσικές υποχώρησαν περισσότερο από 50% σε σύγκριση με πέρυσι.
Την ίδια στιγμή, οι επιθέσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα αναγκάζουν πολλά πλοία να αποφεύγουν το Σουέζ και να ακολουθούν τη μακρύτερη και ακριβότερη διαδρομή γύρω από τη Νότια Αφρική. Στην Ευρώπη, η ξηρασία έχει ρίξει επικίνδυνα τη στάθμη του Ρήνου και του Δούναβη, υποχρεώνοντας τις φορτηγίδες να μεταφέρουν μικρότερα φορτία με μεγαλύτερο κόστος.
Η ζέστη καίει τις σοδειές
Στις Ηνωμένες Πολιτείες η παραγωγή σιταριού προβλέπεται να περιοριστεί στα 1,53 δισ. μπούσελ, στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1970. Το αμερικανικό υπουργείο Γεωργίας υπολογίζει ότι τα συνολικά αποθέματα θα είναι μειωμένα κατά 13% σε σχέση με πέρυσι, καθώς η ξηρασία έπληξε ιδιαίτερα τις Μεγάλες Πεδιάδες. Η παραγωγή του βασικού σκληρού κόκκινου χειμερινού σιταριού έχει υποχωρήσει σε επίπεδα που δεν είχαν καταγραφεί από το 1957.
Ανάλογη είναι η εικόνα στην Ευρώπη. Μετά τους διαδοχικούς καύσωνες, η Coceral περιόρισε την πρόβλεψή της για τη συγκομιδή σιτηρών στην ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο από 295,5 σε 286,6 εκατ. τόνους, έναντι 310 εκατ. τόνων το 2025. Στη Γερμανία αναμένεται μείωση της παραγωγής κατά 7%.
Και η απειλή δεν σταματά εδώ. Η αμερικανική υπηρεσία NOAA εκτιμά ότι υπάρχει πιθανότητα μεγαλύτερη του 90% να αναπτυχθεί ένα πολύ ισχυρό Ελ Νίνιο το φθινόπωρο και τον χειμώνα του 2026-2027, αυξάνοντας τον κίνδυνο νέων ξηρασιών και πλημμυρών σε σημαντικές αγροτικές περιοχές.
Στον λογαριασμό καύσιμα, λιπάσματα και δασμοί
Ο πόλεμος με το Ιράν και οι διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ έχουν αυξήσει το κόστος του πετρελαίου, του diesel και του φυσικού αερίου. Κατά την Oxford Economics, οι διεθνείς τιμές του diesel αυξήθηκαν τον Ιούλιο κατά 36% σε ετήσια βάση, ενώ τα λιπάσματα προβλέπεται να ακριβύνουν κατά 22% μέσα στο 2026.
Στην κρίση προστίθεται και ο εμπορικός πόλεμος του Ντόναλντ Τραμπ. Χώρες με χαμηλά εισοδήματα δεσμεύτηκαν να αγοράσουν αμερικανικά αγροτικά προϊόντα προκειμένου να εξασφαλίσουν ευνοϊκότερους δασμούς για τις εξαγωγές τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Μπανγκλαντές, που συμφώνησε να εισάγει 700.000 τόνους αμερικανικού σιταριού ετησίως επί μία πενταετία. Τώρα κινδυνεύει να πληρώσει αυτές τις ποσότητες σε πολύ υψηλότερες τιμές.
Πότε θα φανεί η αύξηση στο ράφι
Ο δείκτης τιμών τροφίμων του FAO αυξήθηκε τον Ιούλιο κατά 0,6% σε μηνιαία βάση και κατά 1% σε σχέση με πέρυσι. Ωστόσο, ο δείκτης των δημητριακών ανέβηκε κατά 3,4% μέσα σε έναν μήνα και κατά 6,9% σε ετήσια βάση, ενώ οι διεθνείς τιμές του σιταριού σημείωσαν μηνιαία άνοδο 5,8%.
Η Oxford Economics προβλέπει άνοδο των παγκόσμιων τιμών τροφίμων κατά 11,8% μέσα στο 2026 και επιπλέον 4,8% το 2027. Για το σιτάρι εκτιμάται αύξηση έως 36% σε ετήσια βάση κατά το τρίτο τρίμηνο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η φραντζόλα θα ακριβύνει αυτομάτως κατά 36%. Στην τελική τιμή συμμετέχουν το αλεύρι, η ενέργεια, τα εργατικά, η συσκευασία, οι μεταφορές, τα συμβόλαια και τα περιθώρια του εμπορίου. Οι ανατιμήσεις, όμως, είναι πιθανό να περάσουν σταδιακά στην αγορά: στα νωπά προϊόντα μέσα σε δύο έως τρεις μήνες και στα επεξεργασμένα τρόφιμα, όπως ψωμί, ζυμαρικά και μπισκότα, σε έξι έως εννέα μήνες.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη, καθώς καλύπτει σημαντικό μέρος των αναγκών της σε μαλακό σιτάρι, την πρώτη ύλη για το ψωμί, με εισαγωγές. Εάν η διεθνής αναταραχή συνεχιστεί, οι πιέσεις ενδέχεται να φανούν εντονότερα από το φθινόπωρο και κυρίως στις αρχές του 2027.
Το παγκόσμιο σύστημα τροφίμων στηρίχθηκε επί δεκαετίες σε τρεις παραδοχές: ομαλό εμπόριο, φθηνή ενέργεια και σχετικά σταθερό κλίμα. Σήμερα, όπως προειδοποιεί ο καθηγητής Έβαν Φρέιζερ, καμία από τις τρεις δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη.