Συνεδριάζει σήμερα (26/1) το μεσημέρι η επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, προκειμένου να αποφασίσει αν θα ξεμπλοκάρει ή όχι τη διατλαντική εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ. Η συζήτηση πραγματοποιείται σε ένα κλίμα σχετικής αποκλιμάκωσης στις διατλαντικές σχέσεις, μετά την απόσυρση των απειλών από τον Ντόναλντ Τραμπ περί προσάρτησης της Γροιλανδίας και επιβολής δασμών 25% σε χώρες που θα παρείχαν στήριξη στο νησί. Ωστόσο, ένα αποτέλεσμα υπέρ της άρσης του μπλοκαρίσματος που θα θέσει σε ισχύ τη συμφωνί δεν θεωρείται καθόλου βέβαιο.

Μετά τη συμφωνία για τη Γροιλανδία, που φέρεται να επιτεύχθηκε στο Νταβός μεταξύ του Αμερικανού προέδρου και του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, χωρίς ωστόσο να έχουν διευκρινιστεί οι όροι και το περιεχόμενό της, οι ηγέτες της ΕΕ συμφώνησαν στο έκτακτο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της περασμένης εβδομάδας ότι επιθυμούν να προωθηθεί η συμφωνία με τις ΗΠΑ. Η απόφαση όμως εναπόκειται στο Ευρωκοινοβούλιο.

Advertisement
Advertisement

Η συμφωνία προβλέπει μηδενικούς δασμούς για τα αμερικανικά προϊόντα που εισέρχονται στην ΕΕ και 15% για τα προϊόντα της ΕΕ που εξάγονται στις ΗΠΑ, ενώ η σχετική ψηφοφορία είχε «παγώσει» ως αντίμετρο στη στάση των ΗΠΑ. Η προσέγγιση που επικράτησε είναι ότι, εφόσον η Ουάσιγκτον υπαναχώρησε από τις απειλές της, η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να εμφανιστεί ως ένας προβλέψιμος και σταθερός εταίρος που τηρεί τις συμφωνίες του.

Μάλιστα, η πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Ρομπέρτα Μέτσολα, δήλωσε ότι «μπορούμε σε αυτό το στάδιο να συνεχίσουμε εσωτερικά τις συζητήσεις μας για την εμπορική συμφωνία ΕΕ–ΗΠΑ, οι οποίες είχαν ανασταλεί ενόψει της επικείμενης απειλής δασμών, και θα την προχωρήσω μαζί με τους συναδέλφους μου ώστε να συνεχίσουμε». Όπως πρόσθεσε, η σχετική ψηφοφορία στο Κοινοβούλιο «θα πρέπει τώρα να γίνει τις επόμενες ημέρες», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην υπάρξει τελικά καμία ουσιαστική καθυστέρηση στη διαδικασία από την πλευρά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Ωστόσο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο οι ισορροπίες παραμένουν εύθραυστες. Μπορεί το κυρίαρχο κόμμα, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, να τάσσεται υπέρ του «ξεπαγώματος», ωστόσο οι Σοσιαλδημοκράτες, το Renew και οι Πράσινοι εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί ως προς το αν θα πρέπει να διευκολυνθεί πολιτικά ο Αμερικανός πρόεδρος.

Το σκεπτικό τους είναι ότι δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τη συμφωνία για τη Γροιλανδία μεταξύ ΝΑΤΟ και Τραμπ. Παράλληλα, εκφράζουν σκεπτικισμό ως προς την αξιοπιστία των διαβεβαιώσεων από μέρους του Αμερικανού προέδρου.

Μάλιστα, η επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών, Ιράτσε Γκαρθία, ξεκαθάρισε την Παρασκευή, με ανακοίνωσή της, ότι δεν έχει ακόμη πλήρη εικόνα και ότι η λήψη οποιασδήποτε απόφασης απαιτεί χρόνο. Παράλληλα, αντέδρασε στις δημόσιες δηλώσεις της Ρομπέρτα Μέτσολα, τις οποίες θεώρησε ότι προκαταλαμβάνουν το αποτέλεσμα σχετικά με την εμπορική συμφωνία, δηλώνοντας χαρακτηριστικά:

«Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια νέα γεωπολιτική τάξη πραγμάτων, η οποία απαιτεί ενότητα, στρατηγική σαφήνεια και σεβασμό στους θεσμούς. Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζουμε στην πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Ρομπέρτα Μέτσολα, ότι οποιαδήποτε απόφαση για το πάγωμα ή την επανενεργοποίηση των διαπραγματεύσεων για τη διατλαντική εμπορική συμφωνία ΕΕ–ΗΠΑ πρέπει να λαμβάνεται στη βάση ευρείας συναίνεσης μεταξύ των πολιτικών ομάδων. Η πρόεδρος εκπροσωπεί τη φωνή ολόκληρου του Κοινοβουλίου – και όχι αποκλειστικά του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, ούτε της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ούτε του Συμβουλίου. Οποιαδήποτε μονομερής κίνηση σε ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα θα υπονόμευε την ισορροπία των θεσμών και το δημοκρατικό κύρος του Σώματος».

Advertisement

Αντίδραση υπήρξε και από το Renew, το οποίο με ανάρτησή του στο Χ επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι εξακολουθούν να λείπουν πολλές λεπτομέρειες και ότι η προβλεψιμότητα και η σταθερότητα είναι απαραίτητες.

Η εικόνα είναι ότι ένας από τους λόγους που ο Τραμπ απέσυρε τις απειλές του οφειλόταν στον φόβο των αντιποίνων από μέρους της ΕΕ. Τώρα, ευρωβουλευτές εκφράζουν ανησυχία ότι, εάν υπαναχωρήσουν τη στιγμή που δεν έχουν σαφή εικόνα της κατάστασης, ενδέχεται να σταλεί το μήνυμα αδυναμίας και να προκύψουν δυσάρεστες εκπλήξεις. Άλλωστε, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που θεωρούσαν ότι η συμφωνία ΕΕ–ΗΠΑ ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα πίεσης και ευνοούσε περισσότερο την αμερικανική πλευρά. Αντίστοιχη κριτική ασκεί και η Αριστερά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η οποία βλέπει τη συμφωνία ως μια εξέλιξη που θα παγίωνε, και τυπικά πλέον, τον ρόλο της ΕΕ ως υποτελούς των ΗΠΑ.

Advertisement

Πιθανή αναβολή θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν ακόμη κύκλο έντασης με την Ουάσιγκτον. Ωστόσο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κυριαρχεί η άποψη ότι, σε μια τόσο ευαίσθητη συγκυρία, οι αποφάσεις δεν μπορούν να λαμβάνονται υπό τέτοιου είδους πίεση και ότι στις δημοκρατίες οι αποφάσεις με αυτόν τον τρόπο λαμβάνονται.