Για την Τάνια Χολ, η σιωπή στο μυαλό της ήταν το μεγαλύτερο θαύμα. Όχι η ζυγαριά, όχι τα νούμερα στα ρούχα, αλλά το γεγονός ότι για πρώτη φορά στη ζωή της μπορούσε να περάσει ώρες χωρίς να σκέφτεται το φαγητό. Όταν όμως σταματά τις ενέσεις για την απώλεια βάρους, ο λεγόμενος «food noise» επιστρέφει με εκκωφαντικό τρόπο. «Ήταν σαν κάτι να άνοιξε στο μυαλό μου και να μου φώναζε: φάε τα πάντα», λέει.
Τα φάρμακα τύπου GLP-1, που μιμούνται τη φυσική ορμόνη η οποία ρυθμίζει την πείνα, έχουν αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο χιλιάδες άνθρωποι βιώνουν την απώλεια βάρους. Εκεί όπου οι δίαιτες αποτύγχαναν, οι ενέσεις φαίνεται να «κλείνουν τον διακόπτη» της εμμονικής σκέψης γύρω από το φαγητό. Για πολλούς, αυτό σημαίνει όχι απλώς λιγότερα κιλά, αλλά μια εντελώς νέα καθημερινότητα.
Το ερώτημα, όμως, παραμένει αναπάντητο: μπορείς – ή πρέπει – να τα παίρνεις για πάντα;
Πρόκειται για σχετικά νέα φάρμακα και οι επιπτώσεις της μακροχρόνιας χρήσης τους μόλις αρχίζουν να γίνονται γνωστές. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, περίπου 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι πληρώνουν ιδιωτικά για τις ενέσεις, επωμιζόμενοι όχι μόνο το οικονομικό κόστος αλλά και την αβεβαιότητα για το μέλλον.
Η Τάνια, διευθύντρια πωλήσεων σε μεγάλη εταιρεία γυμναστικής, ξεκίνησε το φάρμακο σχεδόν για να αποδείξει κάτι – πρώτα απ’ όλα στον εαυτό της. Υπέρβαρη σε έναν κλάδο που προβάλλει την εικόνα και την «πειθαρχία», ένιωθε ότι δεν την έπαιρναν στα σοβαρά. Όταν άρχισε να χάνει βάρος, οι αντιδράσεις άλλαξαν. «Με συγχαίραν, μου μιλούσαν αλλιώς, με περισσότερο σεβασμό», λέει.
Η πορεία, ωστόσο, δεν ήταν ανέφελη. Αϋπνία, ναυτία, πονοκέφαλοι και απώλεια μαλλιών συνόδευσαν τους πρώτους μήνες. Παρ’ όλα αυτά, το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό: μέσα σε 18 μήνες έχασε 38 κιλά. Κάθε φορά που προσπάθησε να διακόψει το φάρμακο, όμως, η επιστροφή της όρεξης ήταν τόσο έντονη που την τρόμαζε. «Μέσα σε λίγες μέρες έτρωγα ανεξέλεγκτα», λέει.
Ο γενικός γιατρός Χουσεΐν Αλ-Ζουμπαϊντί παρομοιάζει τη διακοπή της αγωγής με «άλμα από γκρεμό». Όπως εξηγεί, πολλοί ασθενείς σταματούν απότομα όταν φτάσουν στον στόχο τους, όμως τα δεδομένα δείχνουν ότι μέσα σε ένα έως τρία χρόνια μπορεί να επιστρέψει το 60% έως 80% του χαμένου βάρους. «Είναι σαν χιονοστιβάδα», σημειώνει.
Η Έλεν Όγκλεϊ είχε διαφορετική αφετηρία αλλά τον ίδιο στόχο. Όταν χρειάστηκε να υπογράψει δήλωση ότι μπορεί να μην επιβιώσει από μια κρίσιμη εγχείρηση λόγω παχυσαρκίας, συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε άλλος χρόνος. Περιγράφει τον εαυτό της ως «συναισθηματική υπερφαγού». Το φάρμακο, λέει, έβαλε φρένο σε αυτή τη συμπεριφορά και της έδωσε τον χώρο να ξαναχτίσει τη σχέση της με το φαγητό.
Για 16 εβδομάδες ακολούθησε τη θεραπεία και στη συνέχεια τη μείωσε σταδιακά. Έχασε 22 κιλά και άρχισε να ασκείται, να τρέχει όταν ένιωθε άσχημα, αντί να καταφεύγει στο φαγητό. Όταν σταμάτησε εντελώς, είδε το βάρος της να ανεβαίνει ελαφρά – κάτι που την μπέρδεψε ψυχολογικά, αλλά δεν την έκανε να επιστρέψει.
Η βρετανική αρχή NICE συστήνει τουλάχιστον έναν χρόνο συμβουλευτικής υποστήριξης μετά τη διακοπή των φαρμάκων, ώστε οι άνθρωποι να διατηρήσουν το βάρος τους με βιώσιμες αλλαγές στον τρόπο ζωής. Όμως για όσους πληρώνουν ιδιωτικά, αυτή η υποστήριξη δεν είναι δεδομένη.
Σήμερα, η Τάνια συνεχίζει τη θεραπεία, αναγνωρίζοντας ότι ίσως έχει αναπτύξει μια μορφή εξάρτησης – όχι από το φάρμακο, αλλά από την αίσθηση ελέγχου που της προσφέρει. Η Έλεν, αντίθετα, αισθάνεται ότι αυτό το κεφάλαιο έκλεισε. Έχει χάσει συνολικά πάνω από 51 κιλά και θέλει να δείξει ότι «η ζωή μετά το φάρμακο μπορεί να είναι βιώσιμη».
Το μέλλον των GLP-1 παραμένει ανοιχτό. Αυτό που είναι σαφές, όμως, είναι ότι χωρίς υποστήριξη και αλλαγές στο περιβάλλον που προάγουν την υγεία, το πρόβλημα της παχυσαρκίας δεν λύνεται απλώς με μια ένεση. Όπως τονίζει ο Δρ Αλ-Ζουμπαϊντί, «η παχυσαρκία δεν είναι έλλειψη GLP-1». Είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο – και η έξοδος από τη θεραπεία ίσως αποδειχθεί το πιο δύσκολο κομμάτι της διαδρομής.
Με πληφοροφίες από το BBC