Η κυβέρνηση Τραμπ κλιμακώνει την οικονομική πίεση προς την Τεχεράνη, προαναγγέλλοντας νέο κύμα κυρώσεων που δεν θα περιοριστεί μόνο στο Ιράν, αλλά θα αγγίξει και χώρες και επιχειρήσεις που συνεχίζουν να συνεργάζονται μαζί του.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, ανακοίνωσε μέτρα σε πέντε κρίσιμους τομείς —χρυσό, τεχνολογία, ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, αεροπορία και θαλάσσιες μεταφορές— ενώ προειδοποίησε ότι όσοι διευκολύνουν τις οικονομικές δραστηριότητες της Τεχεράνης θα βρεθούν αντιμέτωποι ακόμη και με έξωση από το σύστημα του δολαρίου.
Ωστόσο, δεν διευκρίνισε πότε θα τεθούν σε ισχύ οι νέες αμερικανικές κυρώσεις, ούτε ποιες χώρες διατρέχουν κίνδυνο να μπουν στο στόχαστρο των ΗΠΑ. Η Κίνα, η δεύτερη οικονομία του κόσμου, για παράδειγμα, καταναλώνει μεγάλες ποσότητες ιρανικού πετρελαίου.
«Το Ιράν έχει μπροστά του πολύ ξεκάθαρη επιλογή, ανάμεσα σε μόνο δυο πιθανούς δρόμους: την πλήρη απομόνωση (…) ή την επιστροφή προς την ομαλότητα και την πιθανότητα επανένταξης στην παγκόσμια οικονομία», είπε ο κ. Μπέσεντ.
Η προειδοποίηση απευθυνόταν επίσης στον υπόλοιπο κόσμο: οι χώρες που δεν συμμετέχουν στα αμερικανικά μέτρα είτε θα συνεισφέρουν «στην απομόνωση του Ιράν» ή θα υποστούν με τη σειρά τους κυρώσεις, ως ακόμη και έξωση από «το σύστημα του δολαρίου».
«Θα αποδώσουμε στον καθένα τις ευθύνες του», αν διανοηθεί να αμφισβητήσει το εγχείρημα με σκοπό «την οικονομική ασφυξία του καθεστώτος»: «κανένας δεν πρέπει να δοκιμάσει τη θέλησή μας» ως προς αυτό, διεμήνυσε ο Σκοτ Μπέσεντ.
Ιράν: Δεν πτοείται από τις νέες κυρώσεις των ΗΠA
Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο πρόεδρος Τραμπ είχε προειδοποιήσει το Ιράν για μια «οικονομική D-Day», χρησιμοποιώντας όρο που παραπέμπει στην απόβαση των συμμάχων στη Νορμανδία, στην ακόμη τότε υπό ναζιστική κατοχή Γαλλία, για να κοπούν τα τελευταία «σωσίβια» της Τεχεράνης, καθώς οι διπλωματικές προσπάθειες με σκοπό να τελειώσει ο πόλεμος, που ξέσπασε την 28η Φεβρουαρίου, με την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση εναντίον του Ιράν, παραμένουν σε αδιέξοδο.
Ο υπουργός Οικονομίας του Ιράν υποσχέθηκε μια «νέα ήττα» για τις ΗΠΑ μετά την ανακοίνωση από την Ουάσινγκτον για νέες κυρώσεις σε βάρος της Τεχεράνης, διαβεβαιώνοντας πως διαθέτει «διετές σχέδιο» για την αντιμετώπισή τους.
Οι ΗΠΑ «έχουν κάνει τα πάντα για να δοκιμάσουν την αποφασιστικότητα του ιρανικού λαού και των ηγετών της χώρας, αποτυγχάνοντας κάθε φορά. Φαίνεται πως ήθελαν να υποστούν μια νέα ήττα», δήλωσε ο υπουργός Αλί Μαντανιζαντέχ στην κρατική τηλεόραση.
«Η κυβέρνηση είναι έτοιμη και διαθέτει ένα διετές σχέδιο για να διαχειριστεί αυτές τις εξελίξεις», τόνισε.
Πίεση στην οικονομία και ασφυξία στις εξαγωγές
Το Στενό του Ορμούζ παραμένει ένα από τα πιο κρίσιμα μέτωπα της σύγκρουσης, καθώς πριν από τον πόλεμο από εκεί περνούσε περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων μεταφορών υδρογονανθράκων. Η Τεχεράνη το έκλεισε και, τους τελευταίους έξι μήνες, το άνοιξε μόνο για λίγες ημέρες, προκαλώντας σημαντική άνοδο στις τιμές των καυσίμων και εντείνοντας την πίεση προς τον Ντόναλντ Τραμπ, ενόψει των ενδιάμεσων βουλευτικών εκλογών του Νοεμβρίου.
Το Ιράν δεν εμφανίζεται διατεθειμένο να επαναφέρει το καθεστώς διέλευσης που ίσχυε πριν από τον πόλεμο και εδώ και μήνες βρίσκεται σε συζητήσεις με το Ομάν για τους όρους διέλευσης. Στο πλαίσιο αυτό, ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, Μπαντ Αλμπουσάιντι, αναμενόταν την Τρίτη στην Τεχεράνη.
Οι κίνδυνοι για τη ναυσιπλοΐα παραμένουν υψηλοί. Η βρετανική υπηρεσία UKMTO, που υπάγεται στο υπουργείο Άμυνας, ανακοίνωσε ότι πετρελαιοφόρο δέχθηκε πλήγμα από «άγνωστο βλήμα» ενώ έπλεε ανοιχτά του Ομάν.
Την ίδια ώρα, ο Ιρανός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν παραδέχθηκε ότι η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με «πολλές οικονομικές δυσκολίες», μετά από δεκαετίες αμερικανικών και διεθνών κυρώσεων. «Το Ιράν πρέπει να κάνει συμβιβασμούς τώρα», εκτίμησε η Σάρα Χασανμπεϊγκί, φαρμακοποιός που μίλησε στο Γαλλικό Πρακτορείο στην Τεχεράνη, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση «αληθινά πολύ δύσκολη». Όπως πρόσθεσε, δεν πιστεύει πως οι Ιρανοί μπορούν «να αντέξουν πολύ περισσότερο».
Τα οικονομικά δεδομένα αποτυπώνουν το μέγεθος της πίεσης. Στις 22 Ιουλίου, ο ετήσιος πληθωρισμός έφτασε το 66%, από 46% τον Φεβρουάριο, ενώ το ριάλ συνέχισε να υποχωρεί. Την περασμένη εβδομάδα η ισοτιμία έφτασε τα 1,88 εκατ. ριάλ ανά δολάριο, έναντι 1,65 εκατ. πριν από την έναρξη του πολέμου.
Παράλληλα, σύμφωνα με την εταιρεία παρακολούθησης της ναυτιλίας Kpler, ο αμερικανικός αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών στον Κόλπο έχει περιορίσει δραστικά τις εξαγωγές πετρελαίου. Από περίπου 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως πριν από τον πόλεμο, οι εξαγωγές έπεσαν στα μόλις 400.000 βαρέλια στα μέσα Αυγούστου, στο χαμηλότερο επίπεδο από την έναρξη της σύρραξης.