Δεν ήταν μια εύκολη απόφαση. Για τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, το ιστορικό Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου δεν είναι απλώς ένα ετοιμόρροπο ξύλινο κτίριο. Είναι μνήμη, Ρωμιοσύνη, παιδικές φωνές, ορφανά παιδιά της ομογένειας, Κυριακές μαθητών της Χάλκης και ένα κομμάτι της Κωνσταντινούπολης που αρνείται να σβήσει. Και το έχω συζητήσει πολλές φορές μαζί του στις πάμπολλες φορές που τον έχω συναντήσει και μάλιστα και σε εκείνη την ιστορική συνέντευξη που μου είχε δώσει για την τηλεόραση του ΑΝΤ1, ένα χρόνο μετά την ενθρόνιση του, καθισμένοι δίπλα-δίπλα σε ένα πεζούλι της Σχολής της Χάλκης αντικρίζοντας τη θάλασσα.
Το Ελληνορθόδοξο Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου, ένα από τα μεγαλύτερα ξύλινα κτίρια της Ευρώπης, θα μετατραπεί τελικά σε ξενοδοχείο. Την ανακοίνωση έκανε ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, εξηγώντας ότι η απόφαση ήταν «επιβεβλημένη», αφού οι προσπάθειες για συγκέντρωση των τεράστιων ποσών που απαιτούνται για τη διάσωση και αναστήλωσή του δεν απέδωσαν.
Το κτίριο, περίπου 20.000 τετραγωνικών μέτρων, λειτούργησε ως ορφανοτροφείο από το 1903 έως το 1964. Στα χρόνια εκείνα φιλοξένησε και μόρφωσε χιλιάδες παιδιά της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης. Σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία, από εκεί πέρασαν 5.744 Ελληνόπουλα, παιδιά που βρήκαν στο Ορφανοτροφείο στέγη, φροντίδα, εκπαίδευση και μια δεύτερη οικογένεια.
Η ιστορία του ξεκινά στα τέλη του 19ου αιώνα. Το κτίριο σχεδιάστηκε αρχικά ως πολυτελές ξενοδοχείο και καζίνο, όμως το σχέδιο δεν προχώρησε. Το 1903 αγοράστηκε από την Ελένη Ζαρίφη, σύζυγο επιφανούς Έλληνα τραπεζίτη της Πόλης, και δωρήθηκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για να λειτουργήσει ως ορφανοτροφείο. Από τότε έγινε ένα από τα πιο φορτισμένα σύμβολα της ομογένειας.
Για τον Βαρθολομαίο, η μνήμη είναι προσωπική. Ως μαθητής της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, επισκεπτόταν το Ορφανοτροφείο μαζί με άλλους μαθητές. Εκεί έπαιζαν με τα παιδιά, περνούσαν Κυριακές, έβλεπαν από κοντά έναν κόσμο που σήμερα επιβιώνει κυρίως μέσα από φωτογραφίες, αρχεία και μαρτυρίες.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση: την ώρα που το Ορφανοτροφείο αναζητά μια πρακτική λύση για να μη χαθεί οριστικά, η Χάλκη παραμένει ακόμη σε εκκρεμότητα. Η Θεολογική Σχολή, που έκλεισε το 1971, εξακολουθεί να περιμένει την επαναλειτουργία της, παρά τα διεθνή και ελληνικά διαβήματα, αλλά και τις κατά καιρούς υποσχέσεις της Άγκυρας. Το αρχείο της και η βιβλιοθήκη της θεωρούνται ανεκτίμητης σημασίας, με σπάνια χειρόγραφα και παλαιές εκδόσεις που συνδέουν τη βυζαντινή, εκκλησιαστική και ομογενειακή μνήμη με το σήμερα. Μιλάμε για μια εκπληκτική βιβλιοθήκη η οποία αποτυπωμένη σε ένα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ που είχα κάνει για τον ΑΝΤ1 το 1993. Και μάλιστα επειδή η τάση του ρεύματος ήταν πάρα πολύ χαμηλή και επειδή η τουρκική τηλεόραση αρνήθηκε τότε να μας βοηθήσει με γεννήτριες και μηχανήματα, νοικιάσαμε από ιδιώτες σε τιμές ασύλληπτες. Αλλά ο Μίσως Κυριακού ήθελε να γίνει το θέμα οπωσδήποτε.
Η μετατροπή του Ορφανοτροφείου σε ξενοδοχείο δεν είναι επιλογή χωρίς πόνο. Είναι, όπως άφησε να εννοηθεί ο Πατριάρχης, η τελευταία λύση πριν το κτίριο «γίνει ένα με τη γη». Μεγάλα τμήματά του έχουν ήδη καταρρεύσει, ενώ το κόστος διάσωσης θεωρείται δυσβάσταχτο για το Πατριαρχείο και τη συρρικνωμένη ελληνική κοινότητα της Πόλης.
Το έργο θα υλοποιηθεί από τουρκική εταιρεία σε συνεργασία με ελληνική, κάτι που ο Βαρθολομαίος χαρακτήρισε συμβολικά ως μήνυμα φιλίας και συνεργασίας Ελλάδας και Τουρκίας. Ωστόσο, πίσω από τον συμβολισμό υπάρχει και μια σκληρή πραγματικότητα: η μνήμη χρειάζεται χρήματα, άδειες, πολιτική βούληση και χρόνο. Και το Ορφανοτροφείο δεν είχε πλέον χρόνο.
Έτσι, ο ξύλινος γίγαντας της Πριγκήπου περνά σε μια νέα εποχή. Όχι όπως ίσως θα ονειρεύονταν πολλοί, ως διεθνές κέντρο διαλόγου, πολιτισμού ή οικολογικών μελετών, αλλά ως ένας χώρος που, τουλάχιστον, μπορεί να σωθεί από την πλήρη κατάρρευση.
Για τη Ρωμιοσύνη της Πόλης, αυτή η απόφαση μοιάζει με ήττα και σωτηρία μαζί. Μια παραδοχή ότι ορισμένα μνημεία δεν σώζονται όπως τα φανταζόμαστε, αλλά όπως επιτρέπει η πραγματικότητα. Και ίσως, μέσα από αυτή τη δύσκολη δεύτερη ζωή, το Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου να συνεχίσει να θυμίζει ότι υπήρξε κάποτε ένας τόπος όπου χιλιάδες παιδιά έμαθαν να ζουν, να σπουδάζουν και να ελπίζουν.