Δέκα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 22ας Μαρτίου 2016 στις Βρυξέλλες μια από τις πιο σκοτεινές στιγμές στη σύγχρονη ιστορία του Βελγίου και της Ευρώπης. Τρεις συντονισμένες εκρήξεις, στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών στο Ζάβεντεμ και στον σταθμό μετρό Μάαλμπεκ, στην καρδιά της ευρωπαϊκής συνοικίας, στοίχισαν τη ζωή σε 32 ανθρώπους και άφησαν περισσότερους από 300 τραυματίες, προκαλώντας σοκ που ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας.
Μετά τις επιθέσεις, οι Βρυξέλλες έμοιαζαν με πόλη σε κατάσταση πολιορκίας. Το αεροδρόμιο έκλεισε για σχεδόν δύο εβδομάδες, το μετρό σίγησε για ημέρες και ένοπλοι στρατιώτες περιπολούσαν σε δρόμους, σταθμούς και δημόσιους χώρους. Η εικόνα αυτή, που αρχικά θεωρήθηκε προσωρινή, παρέμεινε για χρόνια, αποτυπώνοντας τη βαθιά μεταβολή στο αίσθημα ασφάλειας της πόλης.
Δέκα χρόνια μετά, το αποτύπωμα εκείνης της ημέρας παραμένει βαθύ. Πολλοί επιζώντες εξακολουθούν να ζουν με σωματικές και ψυχολογικές συνέπειες, ενώ η βελγική κοινωνία συνεχίζει να επεξεργάζεται το τραύμα μιας επίθεσης που στόχευσε όχι μόνο πολίτες, αλλά και τον ίδιο τον πυρήνα του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.
Με αφορμή την επέτειο, σε ολόκληρο το Βέλγιο διοργανώνονται εκδηλώσεις μνήμης προς τιμήν των θυμάτων και των επιζώντων, με στόχο να αναδειχθεί τόσο η ανάγκη διαρκούς επαγρύπνησης όσο και η ανθεκτικότητα της κοινωνίας απέναντι στις εξελισσόμενες απειλές. Το βασιλικό ζεύγος και ο Πρωθυπουργός θα παραστούν σε τρεις τελετές: στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών, στον σταθμό Μάαλμπεκ και στο Μνημείο για τα Θύματα Τρομοκρατικών Πράξεων.
Οι επιθέσεις, που αποδόθηκαν στο λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος, πραγματοποιήθηκαν από δίκτυο που συνδεόταν με τα χτυπήματα στο Παρίσι το 2015. Εκείνη την περίοδο, το Βέλγιο συγκαταλεγόταν μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών με τον υψηλότερο αριθμό ξένων μαχητών, με εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για 500 έως 550 άτομα που ταξίδεψαν στη Συρία και το Ιράκ για να ενταχθούν στο ISIS.
Η επέτειος συμπίπτει με ένα νέο περιβάλλον ανησυχιών για την ασφάλεια. Ο Υπουργός Άμυνας Theo Francken ανακοίνωσε ότι έως και 200 στρατιωτικοί θα αναπτυχθούν από τη Δευτέρα στις Βρυξέλλες και την Αμβέρσα – και σε δεύτερο χρόνο στη Λιέγη – με στόχο την προστασία εβραϊκών χώρων, κυρίως συναγωγών και σχολείων, έπειτα από το μπαράζ επιθέσεων των τελευταίων ημερών. Ο αριθμός των δυνάμεων αναμένεται να μειωθεί σε 90 μετά από τρεις μήνες. Η απόφαση ελήφθη χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με την Υπουργό Εσωτερικών, γεγονός που έχει ήδη προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν απέτισε φόρο τιμής στα θύματα, υπογραμμίζοντας ότι «όταν χτυπήθηκαν οι Βρυξέλλες, ήταν η ίδια η καρδιά της Ευρώπης που δέχτηκε επίθεση». Όπως τόνισε, επρόκειτο για πλήγμα «στις αξίες της ελευθερίας, της ειρήνης και της ανεκτικότητας» – αξίες που, όπως σημείωσε, η Ένωση παραμένει αποφασισμένη να υπερασπιστεί.
«Γι’ αυτό, πριν από δέκα χρόνια, η Ευρώπη σηκώθηκε και στάθηκε ενωμένη, αλληλέγγυα προς το Βέλγιο….Τα τελευταία 10 χρόνια, ενισχύσαμε την αποφασιστικότητά μας και εμβαθύναμε τη συνεργασία μας για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.
Έχουμε εργαστεί για να αποτρέψουμε την επανάληψη τέτοιων φρικαλεοτήτων.
Διαθέτουμε πλέον ένα ισχυρότερο νομικό πλαίσιο, υπάρχει στενότερη επιχειρησιακή συνεργασία πέρα από τα σύνορα, έχουμε αναλάβει αποφασιστική δράση κατά της ριζοσπαστικοποίησης, τόσο στο διαδίκτυο όσο και εκτός αυτού. Σήμερα, όπως και το 2016, στεκόμαστε ενωμένοι» διαβεβαιώνει η φον ντερ Λάιεν.
Τα χρόνια που ακολούθησαν, η τρομοκρατική απειλή λειτούργησε ως καταλύτης για βαθύτερη ευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας. Η καταπολέμηση της τρομοκρατίας παραμένει μέχρι σήμερα κορυφαία προτεραιότητα της ΕΕ, με έμφαση τόσο στην πρόληψη όσο και στην επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών.
Στο πλαίσιο αυτό, τον Φεβρουάριο του 2026 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε το πρόγραμμα ProtectEU, τη νέα ευρωπαϊκή στρατηγική για την εσωτερική ασφάλεια, που αποσκοπεί στην ενίσχυση της συλλογικής αντίδρασης της Ένωσης απέναντι σε τρομοκρατικές και βίαιες εξτρεμιστικές απειλές. Παράλληλα, το Κέντρο Γνώσης της ΕΕ για την Πρόληψη της Ριζοσπαστικοποίησης συνεχίζει να συνδέει επαγγελματίες, υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και ερευνητές, εντός και εκτός Ευρώπης, με στόχο την αντιμετώπιση του φαινομένου.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το περιβάλλον ασφάλειας στην Ευρώπη έχει επιβαρυνθεί σημαντικά. Οι επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023 και ο πόλεμος στη Γάζα τροφοδότησαν αύξηση ρητορικής μίσους και υποκίνησης βίας, που αξιοποιήθηκε όχι μόνο από τζιχαντιστικά δίκτυα αλλά και από ακροδεξιούς και ακροαριστερούς εξτρεμιστικούς κύκλους, ενισχύοντας τον κίνδυνο επιθέσεων. Το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος παραμένει βασική εξωτερική απειλή, ενώ οι εξελίξεις γύρω από το Ιράν και το ζήτημα των ξένων μαχητών εξακολουθούν να προκαλούν ανησυχία.
Την ίδια ώρα, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η απειλή έχει αλλάξει πρόσωπο. Όλο και συχνότερα πρόκειται για μεμονωμένους δράστες που ριζοσπαστικοποιούνται μέσω διαδικτύου, χωρίς άμεση οργανωτική καθοδήγηση, και περνούν στη δράση με απλά μέσα, γεγονός που καθιστά την πρόληψη πολύ πιο δύσκολη. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η αυξανόμενη εμπλοκή ανηλίκων: το 2024 σχεδόν ένας στους τρεις υπόπτους για τρομοκρατία στην ΕΕ ήταν κάτω των 20 ετών.
Σύμφωνα με την Κομισιόν, οι τρομοκρατικές και εξτρεμιστικές ομάδες αξιοποιούν όλο και περισσότερο το ψηφιακό οικοσύστημα, από τα κοινωνικά δίκτυα έως τις πλατφόρμες διαδικτυακών παιχνιδιών, για τη διάδοση προπαγάνδας, την εξοικείωση με τη βία και τη στρατολόγηση νέων, ακόμη και ανηλίκων. Η χρήση κρυπτονομισμάτων, γενετικής τεχνητής νοημοσύνης, drones και τρισδιάστατης εκτύπωσης όπλων μετασχηματίζει περαιτέρω τη φύση της απειλής.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η ανάμειξη κρατικών και μη κρατικών δρώντων, αλλά και η εργαλειοποίηση της πληροφορίας σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής έντασης, επιβάλλουν μια πιο ολιστική και διατομεακή προσέγγιση στην ασφάλεια.
Η φετινή επέτειος έρχεται λίγες ημέρες μετά την Ευρωπαϊκή Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα της Τρομοκρατίας, υπενθυμίζοντας ότι η μνήμη δεν αποτελεί μόνο φόρο τιμής, αλλά και πολιτική δέσμευση: ότι απέναντι στην τρομοκρατία, η Ευρώπη θα συνεχίσει να απαντά με ενότητα, αλληλεγγύη και επαγρύπνηση.
Ωστόσο, πίσω από τις δηλώσεις μνήμης και τις διαβεβαιώσεις για στήριξη, ο βελγικός Τύπος και μαρτυρίες θυμάτων σκιαγραφούν μια πιο σύνθετη και συχνά απογοητευτική πραγματικότητα. Δέκα χρόνια μετά, αρκετοί επιζώντες κάνουν λόγο για καθυστερήσεις, ελλείψεις και υποσχέσεις που δεν υλοποιήθηκαν, με την πρόοδο σε κρίσιμα ζητήματα στήριξης να χαρακτηρίζεται περιορισμένη.
Σύμφωνα με οργανώσεις θυμάτων, σημαντικό μέρος των συστάσεων που διατυπώθηκαν μετά τις επιθέσεις δεν εφαρμόστηκε ποτέ, ενώ προβλήματα στη διαχείριση αποζημιώσεων και στην παροχή μακροπρόθεσμης στήριξης εξακολουθούν να προκαλούν αντιδράσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, θύματα κλήθηκαν να επιστρέψουν ποσά που είχαν λάβει, ενισχύοντας το αίσθημα αβεβαιότητας και αδικίας.
Μέσα από αυτές τις μαρτυρίες αναδεικνύεται ένα κοινό νήμα: η αίσθηση ότι, παρά τις εξαγγελίες, η κρατική μέριμνα δεν ανταποκρίθηκε πλήρως στις ανάγκες όσων επλήγησαν. Για πολλούς, η «επόμενη ημέρα» παραμένει μια ανοιχτή εκκρεμότητα.
Εν τω μεταξύ, ιδιαίτερη σημασία απέκτησε και η ίδια η δικαστική διαδικασία, η οποία ολοκληρώθηκε το 2023 και θεωρείται η μεγαλύτερη στην ιστορία του Βελγίου. Αυτή οδήγησε σε βαριές ποινές για βασικά μέλη του δικτύου, με αρκετούς κατηγορούμενους να καταδικάζονται σε ισόβια κάθειρξη, ενώ άλλοι έλαβαν μικρότερες ποινές ή αθωώθηκαν. Η εξέλιξη αυτή θεωρήθηκε ενδεικτική μιας διαδικασίας που, παρά το τεράστιο συναισθηματικό και πολιτικό βάρος, επιχείρησε να λειτουργήσει με βάση τις αρχές του κράτους δικαίου.
Όπως σημειώνουν οι Brussels Times, με αφορμή βιβλίο που καταγράφει εκ των έσω τη δίκη και τις μαρτυρίες των δημιουργών του -του δικηγόρου Michel Degrève Garnica και του δημοσιογράφου François Garitte- η διαδικασία για τις επιθέσεις του 2016 δεν αποτέλεσε μόνο μια νομική υπόθεση, αλλά και μια βαθιά ανθρώπινη εμπειρία, όπου οι μαρτυρίες θυμάτων και διασωστών περιέγραψαν «σκηνές πολέμου» στο κέντρο των Βρυξελλών.
Παρά τη συναισθηματική ένταση και την πίεση που ασκήθηκε σε όλα τα επίπεδα, η δικαστική διαδικασία λειτούργησε, όπως αναφέρουν, χωρίς να υποχωρήσει στις θεμελιώδεις αρχές της, επιβεβαιώνοντας ότι ακόμη και απέναντι στην τρομοκρατία, το κράτος δικαίου μπορεί να αντέξει.
Απέναντι σε λογικές που επιχειρούν να επιβάλουν τον φόβο και την απόρριψη της δημοκρατίας, η εμπειρία αυτή λειτουργεί και ως σαφής αντιπαραβολή: ότι η απάντηση δεν είναι η υποχώρηση, αλλά η προσήλωση στους δημοκρατικούς θεσμούς και στο κράτος δικαίου ακόμη και όταν αυτά δοκιμάζονται στο έπακρο.
Στο ίδιο πλαίσιο, καθίσταται σαφές ότι οι κανόνες του κράτους δικαίου και οι δημοκρατικές αρχές ισχύουν για όλους, ανεξαρτήτως θρησκευτικών ή πολιτισμικών αναφορών. Η ευθύνη συμμόρφωσης ανήκει στους πολίτες, ενώ η πολιτεία οφείλει να εφαρμόζει τους κανόνες με συνέπεια, χωρίς υπαναχωρήσεις υπό το βάρος κοινωνικών πιέσεων. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν τίθεται σε δοκιμασία μόνο η ασφάλεια, αλλά και η ίδια η συνοχή και η αξιοπιστία των θεσμών.