Το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ δημοσίευσε την Παρασκευή περισσότερα από 3 εκατομμύρια σελίδες αρχείων που σχετίζονται με την έρευνα για τον καταδικασμένο σεξουαλικό εγκληματία Τζέφρι Eπστάιν, μετά την ψήφιση νόμου από το Κογκρέσο πέρυσι που υποχρέωνε την κυβέρνηση Τραμπ να το πράξει.
Ο αναπληρωτής γενικός εισαγγελέας Tοντ Μπλανς δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης έχει πλέον ολοκληρώσει την εξέταση των αρχείων και ότι ο Λευκός Οίκος «δεν είχε καμία εποπτεία» της διαδικασίας. Τα έγγραφα που δημοσιεύθηκαν την Παρασκευή περιέχουν αναφορές στον πρόεδρο Τραμπ και σε άλλες ισχυρές προσωπικότητες, όπως ο Ιλον Μασκ, ο Μπιλ Κλίντον και σ ‘ ένα πρώην σύμβουλο του Λευκού Οίκου υπό τον Ομπάμα.
ο τεράστιο εύρος του υλικού, που περιλαμβάνει εσωτερικά υπηρεσιακά έγγραφα, emails, καταθέσεις και δημοσιεύματα, καθιστά σαφές ότι η πλήρης αποτίμησή του θα απαιτήσει χρόνο. Ωστόσο, ήδη από τις πρώτες ώρες προκύπτουν κρίσιμα συμπεράσματα που αναμένεται να πυροδοτήσουν νέες πολιτικές και θεσμικές αντιδράσεις.
Όπως δημοσιεύει το CNN σε ανάλυσή του, ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία αφορά τις πολυάριθμες αναφορές στο όνομα του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Σε έγγραφα που περιλαμβάνονται στο νέο υλικό εμφανίζεται εσωτερική αλληλογραφία του FBI από τον Αύγουστο του 2025, στην οποία καταγράφεται λίστα μη επαληθευμένων καταγγελιών που είχαν φτάσει στις Αρχές και συνέδεαν τον Τραμπ με τον Έπσταϊν. Στο ίδιο έγγραφο, υπηρεσιακοί παράγοντες διευκρινίζουν ότι πολλές από τις πληροφορίες ήταν ανεπιβεβαίωτες ή βασίζονταν σε μαρτυρίες τρίτων, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις δεν υπήρχε δυνατότητα επικοινωνίας με τους καταγγέλλοντες. Ο Τραμπ δεν έχει κατηγορηθεί ποτέ από τις Αρχές για αδικήματα που σχετίζονται με τον Έπσταϊν και έχει επανειλημμένα αρνηθεί οποιαδήποτε εμπλοκή.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης, απαντώντας σε ερωτήματα, υπογράμμισε ότι το υλικό «ενδέχεται να περιλαμβάνει ψευδή ή εσκεμμένα παραπλανητικά έγγραφα και ισχυρισμούς», οι οποίοι παρ’ όλα αυτά έπρεπε να δημοσιοποιηθούν βάσει του νόμου. Σε ανακοίνωσή του σημείωσε ότι «ορισμένοι από τους ισχυρισμούς κατά του προέδρου Τραμπ κατατέθηκαν στο FBI λίγο πριν τις εκλογές του 2020».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και emails που φέρονται να ανταλλάχθηκαν το 2011 μεταξύ του Τζέφρι Έπσταϊν και λογαριασμού που αποδίδεται στη Γκισλέιν Μάξγουελ. Σε αυτά, οι δύο συζητούν πώς θα διαχειριστούν καταγγελία γυναίκας που είχε εργαστεί στο Mar-a-Lago, ενώ σε ένα σημείο γίνεται αναφορά στο ενδεχόμενο «εμπλοκής του Ντόναλντ», με απάντηση «νόμιζα ότι είχες πει να μην εμπλέξουμε τον Ντόναλντ». Τα στοιχεία αυτά ευθυγραμμίζονται με όσα έχει καταθέσει στο παρελθόν η Βιρτζίνια Τζιούφρε, μία από τις πιο γνωστές κατήγορους του Έπσταϊν.
Video footage of Ghislaine Maxwell's deposition released in the latest batch of the Epstein files shows the sex offender's former girlfriend denying giving massages.
— Sky News (@SkyNews) January 31, 2026
It is unclear who recorded the footage or when it was recorded.
🔗 https://t.co/iKaYlKWtjU pic.twitter.com/lB8nUqkPZF
Σημαντικό εύρημα αποτελεί και σχέδιο κατηγορητηρίου της εισαγγελίας της Νότιας Περιφέρειας της Φλόριντα από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Το έγγραφο δείχνει ότι σε εκείνη τη φάση οι εισαγγελείς εξέταζαν το ενδεχόμενο δίωξης του Έπσταϊν μαζί με τρία ακόμη πρόσωπα, τα οποία περιγράφονται ως συνεργάτες του και φέρονται να διευκόλυναν ραντεβού με ανήλικες. Το σχέδιο κατηγορητηρίου αναφέρεται σε συνωμοσία με στόχο την «παρακίνηση και εξαναγκασμό ανηλίκων κάτω των 18 ετών σε πορνεία». Τα ονόματα είναι διαγραμμένα και οι κατηγορίες δεν προχώρησαν ποτέ, γεγονός που αναμένεται να αναζωπυρώσει τα ερωτήματα για τη συμφωνία που επέτρεψε στον Έπσταϊν να αποφύγει βαρύτερες διώξεις.
Τα νέα αρχεία δημιουργούν επίσης προβλήματα σε δημόσια πρόσωπα που έχουν επιχειρήσει να αποστασιοποιηθούν από τον Έπσταϊν. Μεταξύ αυτών είναι ο υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ, Χάουαρντ Λάτνικ, ο οποίος σε email του 2012 φέρεται να κανονίζει συνάντηση με τον Έπσταϊν και να συζητά ταξίδι στο ιδιωτικό του νησί, παρότι έχει δηλώσει ότι είχε διακόψει κάθε σχέση μαζί του από το 2005. Αντίστοιχα, έγγραφα δείχνουν ότι ο Έλον Μασκ αντάλλασσε μηνύματα με τον Έπσταϊν το 2012 και το 2013 σχετικά με πιθανή επίσκεψη στο νησί, παρά τους ισχυρισμούς του ότι είχε απορρίψει τέτοιες προσκλήσεις. Καμία από αυτές τις περιπτώσεις δεν συνοδεύεται από κατηγορίες εκ μέρους των Αρχών.
Σοβαρές αντιδράσεις προκαλούν και τα προβλήματα που συνόδευσαν τη δημοσιοποίηση. Δικηγόροι θυμάτων καταγγέλλουν ότι σε αρκετά έγγραφα εμφανίζονται μη καλυμμένα ονόματα θυμάτων, γεγονός που –όπως τονίζουν– συνιστά σοβαρή παραβίαση της ιδιωτικότητάς τους. Ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης, Τοντ Μπλανς, αναγνώρισε ότι «λάθη ήταν αναπόφευκτα» λόγω του όγκου, σημειώνοντας ότι έχει δημιουργηθεί ειδικό κανάλι για την υποβολή παραπόνων από θύματα.
Πέρα από τις πολιτικές και θεσμικές διαστάσεις, τα έγγραφα επαναφέρουν στο προσκήνιο τη σκληρή πραγματικότητα των εγκλημάτων του Έπσταϊν. Περιλαμβάνονται μαρτυρίες με ιδιαίτερα ωμές περιγραφές σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων, υπενθυμίζοντας το εύρος της βλάβης που υπέστησαν εκατοντάδες θύματα, πολλά από τα οποία δεν είδαν ποτέ δικαιοσύνη μετά τον θάνατό του το 2019, ενώ ανέμενε τη δίκη του.