Ο Γιώργος Κωνσταντίνου βρέθηκε καλεσμένος του Γρηγόρη Αρναούτογλου στο «The 2night Show», το οποίο προβλήθηκε το βράδυ της Τρίτης (27/01/2026) στον ΑΝΤ1, και άνοιξε την καρδιά του, μιλώντας για τη μακρά επαγγελματική του πορεία αλλά και για τις πιο σκοτεινές στιγμές της ζωής του.
Ο σπουδαίος ηθοποιός αναφέρθηκε στα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπισε, στον εθισμό του στον τζόγο, στις προδοσίες ανθρώπων που θεωρούσε φίλους, αλλά και στις επιτυχίες που του χάρισαν την καταξίωση.
Αρχικά, μιλώντας για τη σχέση του με το θέατρο και την ηλικία του, ο Γιώργος Κωνσταντίνου δήλωσε στο «The 2night Show» πως:
«Είμαι 91 ετών. Το περίεργο είναι για τον κόσμο που απορεί ότι στην ηλικία μου είμαι πάνω στη σκηνή. Πολλές φορές έχουμε προβλήματα υγείας και είναι περίεργο αλλά πηγαίνεις στο θέατρο και εξαφανίζονται όλα. Μέχρι να βγω στη σκηνή σκέφτομαι “Πώς θα βγω την παράσταση, δεν ξεκουράστηκα όλη μέρα”. Αλλά μόλις βγω έχουν χαθεί τα πάντα. Η επικοινωνία με τον κόσμο, είναι μαγική. Αν δε δούλευα θα είχα πεθάνει πριν 15-20 χρόνια. Πολλοί συνάδελφοι “έφυγαν” νωρίς, στα 65-70 και ήταν και μεγάλοι πρωταγωνιστές».
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στα παιδικά του χρόνια και στις δύσκολες συνθήκες μέσα στις οποίες μεγάλωσε, μιλώντας με συγκίνηση για τη μητέρα του και την απουσία του πατέρα του από τη ζωή του:
«Η μητέρα μου έφυγε νωρίς από τις κακουχίες, γιατί ήταν στα μπουλούκια με υγρασίες. Οι γονείς μου ήταν ηθοποιοί, ήταν η Βουγιουκλάκη και ο Παπαμιχαήλ της Αλεξάνδρειας. Είχα πάει μαζί τους δυο φορές στα μπουλούκια, κοιμόμασταν πάνω στα τσιμέντα, κρύο, υγρασίες, πείνα, όλα μαζεμένα. Κάπου τη χτύπησαν στην καρδιά κι έτσι την έχασα. Ο πατέρας μου όμως, έζησε αρκετά. Ήταν ένας άνθρωπος, ο οποίος δεν έδινε σημασία για τίποτα, ούτε για εμένα. Μόλις γεννήθηκα, εξαφανίστηκε από τη ζωή μου. Υπήρχαν πολύ χειρότερα τότε για να σκεφτείς και να σου αφήσουν κατάλοιπα. Η κατοχή, οι Γερμανοί μπήκαν στο σπίτι μου, πείνα».
Όπως εξήγησε, η μητέρα του υπήρξε ο μοναδικός και απόλυτος πυλώνας στήριξής του:
«Η μάνα μου ήταν και πατέρας μου μαζί. Με εκείνη είχα ομφάλιο λώρο όλη μου τη ζωή. Όταν “έφυγε”, τα έβαψα μαύρα. Έκανα έξι μήνες να συνέλθω. Κάποια στιγμή είχα και έναν πατριό, άγιο άνθρωπο, που τον έλεγαν Παύλο. Ο πατέρας μου είχε σχέσεις με τη μάνα μου, μιλούσαν όπως και με τον Παύλο».
Αναφερόμενος στις επαγγελματικές του επιλογές και στα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπισε, ο ηθοποιός μίλησε με απόλυτη ειλικρίνεια για τα λάθη που τον οδήγησαν στην καταστροφή:
«Δεν μπορείς να κάνεις τον παραγωγό, αν δεν ξέρεις τι θα πει παραγωγή. Υπήρχε μια εποχή που τα μυαλά μας ήταν πάνω από το κεφάλι μας, δεν ήμασταν από την αρχή συγκεντρωμένοι. Επειδή είχα κάποιες ατυχίες με το θέατρο που έπαιζα σαν πρωταγωνιστής και με είχαν τορπιλίσει και βγάλει έξω από το θέατρο, το πήρα πεισματικά και είπα ότι θα κάνω μία μεγάλη δουλειά.
Έφαγα το κεφάλι μου, διαλύθηκα οικονομικά τελείως. Έφτασα στο σημείο να τρελαθώ. Δεν ήξερα τι μου γίνεται […] Εγώ με λίγα λεφτά ξεκίνησα μια δουλειά και ξαφνικά δεν έμπαινε κανείς μέσα. Είχαμε δουλέψει 40 άτομα. Πού πήγαινα; Εκεί είναι η βλακεία».
Στη συνέχεια εξήγησε πώς η στέρηση και οι λανθασμένες επιλογές τον οδήγησαν σε έναν επικίνδυνο τρόπο διαχείρισης των χρημάτων του:
«Από τη δουλειά μου πληρώθηκα καλά αλλά η στέρηση, το ότι στερήθηκα πολλά πράγματα, με οδήγησε στον εύκολο τρόπο διαχείρισης οικονομικών. Τα “πέταγα” από τα παράθυρο. Εκεί ήταν η όλη ιστορία. Χάθηκαν όλα, ήταν εντελώς λάθος. Δε θα το ξαναέκανα ποτέ!»
Μιλώντας για την πορεία του στην υποκριτική, αναφέρθηκε και στην απόρριψη που βίωσε στο ξεκίνημά του, αλλά και στη σχολή του Κάρολου Κουν που καθόρισε την καλλιτεχνική του ταυτότητα:
«Πήγα στο Εθνικό Θέατρο και με έδιωξαν ως ατάλαντο. Μόλις με είδαν να παίζω όπως και σήμερα, με οδήγησαν έξω. Εγώ μετά πήγα στη σχολή του Κουν και την τελείωσα, εκεί μου μπήκε το μικρόβιο του θεάτρου…»
Τέλος, δεν δίστασε να μιλήσει και για τον εθισμό του στον τζόγο, αλλά και για ανθρώπους που τον απογοήτευσαν βαθιά:
«Μπορεί ο εθισμός στον τζόγο να με οδήγησε στην απομόνωση, γιατί τα βράδια πήγαινα να παίξω. Αγαπούσα και αγαπώ τους ανθρώπους. Πολλά παιδιά που τα έκανα φίλους, κολλητούς, δεν μου φέρθηκαν καλά… Φέρονταν άσχημα. Δεν υπήρχε καθόλου σεβασμός».