ΤΟ BLOG
21/01/2019 11:41 EET | Updated 21/01/2019 11:41 EET

Η Συμφωνία των Πρεσπών στον αστερισμό των "μετα – ιδεολογιών"

«Oι παλιές αμαρτίες ρίχνουν μεγάλες σκιές» Σαίξπηρ.

ROBERT ATANASOVSKI via Getty Images
Σκόπια, επάνω σε μια γέφυρα

Η ελληνική πλευρά θα έπρεπε, από την αρχή, να πει ότι θα αναγνωρίσει νέο κράτος εφόσον:πρώτον, προστεθεί ένας επιθετικός προσδιορισμός στο όνομα του. Δεύτερον, αναγνωριστεί ρητά και με διεθνή εγγύηση το απαραβίαστο των σημερινών συνόρων. Τρίτον, αφαιρεθεί το σύμβολο της Βεργίνας από τη σημαία του.

Κορνήλιος Καστοριάδης, ”Για τον Κορνήλιο Καστοριάδη”, Είμαστε υπεύθυνοι για την ιστορία μας, Τ. Παπαδοπούλου, εκδ.Κριτική, σελ.34-36

Για να αντιληφθεί κανείς τις θεσμικές, πολιτιστικές αλλά και γεωπολιτικές ιδιομορφίες της περιοχής των Βαλκανίων αρκεί να ανατρέξει στην αποφθεγματική ρήση του O. V. Bismarck – δηλωτική της δυσπιστίας του για την γεωπολιτική σταθερότητα των Βαλκανίων:«Τα Βαλκάνια δεν αξίζουν ούτε τα κόκαλα ενός Πομεράνου γρεναδιέρου». Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως η εθνοτική ετερογένεια, η θρησκευτική ανομοιομορφία και φυλετική – γλωσσική πολυμορφία στην περιοχή της Μακεδονίας (πριν τον πλήρη διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) αποδίδεται στα γαλλικά με τον όρο «macedoine», αποτυπωμένη στους χάρτες της περιόδου ως «μακεδονική σαλάτα» [1].

Το κρίσιμο όμως ζήτημα είναι, και θα μου επιτρέψετε να χρησιμοποιήσω όρους της ψυχανάλυσης, πως η μη επίλυση του «Μακεδονικού» αποτέλεσε ζωτικό ψεύδος ένθεν και ένθεν. Υπήρξε δηλαδή καθοριστικής σημασίας για την νομιμοποίηση και την προώθηση συγκεκριμένων πολιτικών ιδεολογιών το ανεπίλυτο του ονοματολογικού. Η λογική του «στρουθοκαμηλισμού» που επικράτησε όλα τα προηγούμενα έτη, όχι μόνο απομείωσε την διαπραγματευτική ισχύ και τη διπλωματική φερεγγυότητα της χώρας μας, αλλά κακοφόρμισε το πρόβλημα.

I. To Μακεδονικό ως μέρος του ατομικού και συλλογικού φαντασιακού/ Σχέση Μακεδονικού και ατομικής – συλλογικής ταυτότητας[2].

Για την πλήρη κατανόηση της ουσίας των όσων εκτίθενται κατωτέρω θα προηγηθούν κάποιες προκαταρκτικές παρατηρήσεις που αφορούν τη σύνθεση των ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων. Το Μακεδονικό υπήρξε το χρονικό ορόσημο αναβίωσης ενός εξωπραγματικού και άκρατου πατριωτισμού με τον οποίο άνοιξε ο ασκός του Αιόλου. Η ερμηνεία της πραγματικότητας δεν υπακούει στον ορθό λόγο, αλλά σε έναν αληθοφανή ιδεασμό [3]. Αυτό που στην διεθνή βιβλιογραφία έχει αποτυπωθεί ως μετά – αλήθεια (κατασκευασμένη πραγματικότητα). Έκφραση του φαινόμενου αυτού είναι η διασπορά ψευδών ειδήσεων. Ως το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρουμε την ανάσυρση της δήλωσης των «6» (Ελύτης, Τσάτσος, Αρβελέρ, Μερκούρη, Μάνεσης, Γεωργάκη) και συγκεκριμένα μιας φράσης του Ελύτη περί «ψευδομακεδονίας», η οποία όπως μετέπειτα αποδείχθηκε ουδέποτε ειπώθηκε [4]. Το ενδιαφέρον ωστόσο είναι ότι ο πυρήνας της επιστολής ήταν η φράση «το όνομα μας είναι η ψυχή μας» [5] . Όταν το 1999 ρώτησαν τον Αρ. Μάνεση, πώς αυτό συνάδει με την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων, μιας και η ίδια αυτή θέση νομιμοποιεί ηθικά τα αιτήματα των Σκοπιανών, απάντησε εύσχημα πώς δεν το είχαν προϋπολογίσει. Φυσικά αυτό, μιας και δεν υπακούει τον κυρίαρχο, ισοπεδωτικό και απόλυτο λόγο της αντι – σκοπιανής φρενίτιδας δεν ειπώθηκε καθόλου.

Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα δεν άφησε ανεπηρέαστο φυσικά και το πεδίο της άρθρωσης συνταγματικοπολιτικού λόγου, όπου εκεί παρατηρήθηκε το φαινόμενο του συνταγματικού λαϊκισμού στη βάση δύο απόψεων:

Πρώτονστο ότι η κυβέρνηση δεν νομιμοποιούνταν να προβεί σε συνομολόγηση της Συνθήκης χωρίς προηγούμενη έγκριση ή χορήγησης εξουσιοδότησης από την Βουλή. Η κυβέρνηση όσο απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής μπορεί να προχωρήσει στην χάραξη της γενικής πολιτικής της χώρας, στο μέτρο και στο βαθμό που αποτελεί φορέα της εκπεφρασθείσας δια των εκλογών λαϊκής βούλησης. Οι κυβερνητικές επιλογές δεν υπόκεινται σε δεσμεύσεις άλλες πέραν όσων προβλέπει ρητώς το Σύνταγμα. Άλλωστε η Βουλή, στο δεύτερο στάδιο, αυτό της κύρωσης θα καταψηφίσει ή θα υπερψηφίσει μια συμφωνία, η οποία εφόσον ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο με νόμο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής δικαιοταξίας απολαμβάνοντας υπερνομοθετικής ισχύος.

Δεύτερον, ότι οι ενδοκυβερνητικές συγκρούσεις ισοδυναμούν με απόσυρση της εμπιστοσύνης από την Βουλή. Είναι τελείως διαφορετικό το ζήτημα μιας εσωτερικής διαφωνίας των εταίρων ενός κυβερνητικού συνασπισμού και τελείως διαφορετικό το ζήτημα της απώλειας της εμπιστοσύνης. Μια κυβερνητική κρίση δεν σημαίνει αυτομάτως και την πρόκληση κοινοβουλευτικής αποσταθεροποίησης. Πρέπει να θυμόμαστε άλλωστε, και αυτό πρέπει να υπερτονιστεί όταν η συμφωνία τεθεί προς κύρωση στην εθνική αντιπροσωπεία, πως η απαιτούμενη πλειοψηφία είναι η απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων, ήτοι 150 βουλευτών.

Ας περάσουμε τώρα στην κύρια ανάλυση. Η ιδεολογία συγκροτούμενη στη βάση μια λογικής διεργασίας θα λέγαμε πως είναι καταρχήν βασισμένη στα θεμέλια του Λόγου [6]. Ωστόσο, διαμορφούμενη τόσο από τη γνώση όσο και από το ασυνείδητο, θα λέγαμε πως υπερβαίνει τα στενά όρια της λογικής. Αν αυτή η οργάνωση της ιδεολογίας στηρίζεται κυρίως στο θυμικό και σε συναισθηματικές επικλήσεις, δεν μπορεί παρά να μετατρέπεται σε ιδεολογία του συναισθήματος και όχι της πολιτικής πράξης, που ευνοεί την ύπαρξη διαλόγου, ιδεολογικής αντιπαράθεσης και consensus. Η συναισθηματική έκφραση της ιδεολογίας, θα δούμε πως βρίσκεται πιο κοντά στον ακροδεξιό λόγο. Το Μακεδονικό αποτέλεσε μέρους του ατομικού και του συλλογικού φαντασιακού μας, το οποίο προϋποθέτει την ύπαρξη μύθων και συμβόλων. Η σύνδεση με μια ιδεατή ερμηνεία της ιστορίας, η πεποίθηση ότι αποτελούμε δίχως άλλο απογόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου λες και ασκούμε ένα δικαίωμα κληρονομικής και πολιτιστικής διαδοχής, υπηρετούν ακριβώς αυτή την ανάγκη. Τι οδηγεί όμως στην κατασκευή των μύθων αυτών; Αρχικά, ο πατερναλιστικός κυνισμός του εθνοκεντρισμού υιοθετεί ακριβώς αυτό το δόγμα: «Αφήστε τον λαό στους μύθους του». Η ανάγκη ανασυγκρότησης της ατομικής και της συλλογικής ταυτότητας στη βάση του ατομικού και του κοινωνικού φαντασιακού μπορεί να εξηγηθεί συνοπτικά ως εξής: Ατομικά, ο πολίτης ενός κράτους αισθάνεται πως υποχωρεί και εξοβελίζεται η βούληση από το κέντρο λήψης αποφάσεων. Η διάρρηξη του δεσμού κράτους – πολίτη, είναι η κυριότερη έκφραση της κρίσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας η οποία μεταλλάσσεται σε δημοκρατία σουμπετεριανού τύπου (δημοκρατία των ελίτ) [7], η οποία αναπόφευκτα οδηγεί στην έλλειψη θεσμικής εμπιστοσύνης. Η απουσία λοιπόν πολιτειακής συνείδησης, ωθεί όλο και περισσότερους πολίτες στον εξαρχαϊσμό της συνείδησης τους, η οποία γίνεται καθόλα ταυτοτική στην βάση του συντηρητικού τρίπτυχου πατρίς – θρησκεία – οικογένεια. Σε κοινωνικό και συλλογικό επίπεδο, αυτό εκφράζεται από τα πολιτικά υποκείμενα, και κυρίως τη συντηρητική παράταξη, όπου το δεξιό της ασυνείδητο λειτουργεί ως όρος της πολιτικής της ενότητας (φροϋδική δυσαρέσκεια) [8]. Μολονότι, καταρχήν η ΝΔ έδειξε να συντάσσεται με την επίλυση του Μακεδονικού, προτίμησε να θυσιάσει την επίτευξη διακομματικής συναίνεσης στο βωμό του ακραίου δόγματος «ο μη ων μεθ’ ημών καθ’ ημών», προς εξυπηρέτηση μικροπολιτικών συμφερόντων. Μόνο η απομυθοποίηση και ο αποσυμβολισμός διαφόρων ψευτο – διλλημάτων υπηρετεί την προτροπή του ποιητή: «Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ότι είναι Αληθές». Όλα τα υπόλοιπα τίθενται στην υπηρεσία του φαντασιακού ιδεώδους του Εγώ και του συμβολικού ιδεατού Εγώ, έτσι ώστε να αναπαράγονται διαρκώς στερεοτυπικές απόψεις που μόνο τον εξεπσιοναλισμό μας θρέφουν.

II. Κράτη με και χωρίς ιστορία/ Η γλώσσα ως στοιχείο ενός κράτους

Κατά τον κλασικό ορισμό του Κ. Μάρξ υπάρχουν κράτη με ιστορία και κράτη χωρίς ιστορία [9]. Και διευκρινίζουμε ορολογικά ότι αναφερόμαστε σε κράτος και όχι σε έθνος, αφενός γιατί από μαρξιστική σκοπιά το κράτος δημιουργεί το έθνος και αφετέρου γιατί το κράτος το εθνικό κράτος, αποτελεί το ιστορικό σπίτι του έθνους [10]. Στα κράτη με ιστορία θα λέγαμε πως προϋπάρχει ένας πολιτειακός δεσμούς μεταξύ των πολιτών που καθιστά ευκολότερη τη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης. Στα κράτη δίχως ιστορία, το κενό αυτό καλύπτεται με σύμβολα τεχνητής ενότητας (κλασικό παράδειγμα τέτοιου κράτους που βρίσκει ενότητα στο πρόσωπο του Προέδρου είναι οι ΗΠΑ). Στις περιπτώσεις αυτές η έννοια του έθνους αποκτά μια διάσταση δυναμική, όπως σημειώνει ο Ε. Ρενάν : «η ύπαρξη ενός έθνους είναι ένα καθημερινό δημοψήφισμα» [11].

Ποια όμως σύμβολα όμως είναι τα κατάλληλα για την συγκρότηση μια πολιτικής κοινότητας;

Τα τρία στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν το minimum για την συγκρότηση μιας (πολιτικής) κοινωνίας και συνεπακόλουθα ενός κράτους μας τα αναφέρει ήδη (στον Τραπεζιτικό και στον Παναθηναϊκό) ο Ισοκράτης, που δεν χαρακτηρίζεται τυχαία από τους μετέπειτα μελετητές ως οπαδός της «Πρωσίας των Βαλκανιών» [12] τα οποία είναι τα εξής: κοινή γλώσσα, κοινός πολιτισμός και κοινή παιδεία.

Ενώ ο Γάλλος κοινωνιολόγος Pierre Bourdieu έχει εξηγήσει ότι η ονοματοδοσία δεν έχει απλώς χαρακτήρα περιγραφικό της πραγματικότητας, αλλά είναι μια πράξη διαμόρφωσης της. Όποιος καθορίζει ονόματα δεν περιγράφει απλώς τον κόσμο, αλλά τον δομεί και επιβάλλει στους χρήστες των ονομάτων τον τρόπο που τον προσλαμβάνουν [13].

Το προ – κρατικά αυτά στοιχεία, απαραίτητα για την αυτοθέσμιση και τον αυτοκαθορισμό ενός λαού υπάρχουν και στην περίπτωση των Σκοπιών. Υπάρχει ένας έθνος που ιδεατά έχει ως γένεθλιο ημέρα του την εξέγερση του Ίλιντεν το 1903 (εσωτερική μακεδονική ανδριανουπολίτικη επαναστατική οργάνωση. Και ένα έθνος που θεσμικά αναγνωρίζεται, με τεχνητό τω τρόπω περί τα 1950 όπου ο Τίτο ιδρύει την σοσιαλιστική δημοκρατία της Μακεδονίας [14]. Και υπάρχει και μια γλώσσα, η οποία παρουσιάζει φυσικά τεράστιες ιδιαιτερότητες ως προς την φύση της την δομή της και την χρήση, η οποία ωστόσο ομιλείται στην γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας. Μια γλώσσα που για να προσδιοριστεί δεν πρέπει μόνο να ενταχθεί σε γλωσσολογικές τυπολογίες και εννοιολογήσεις. Το αν είναι διάλεκτος, ιδίωμα ή καθαρή γλώσσα, δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκές κριτήριο για την μη ύπαρξη της. Ας θεωρήσουμε τελικώς ότι η γλώσσα είναι ένα ιδεολόγημα που προσφέρει την ενότητα [15]. Ανύπαρκτη γλώσσα δεν μπορεί να υπάρξει όσο υπάρχουν άτομα που την μιλούν. Το αν θα έχει τον προσδιορισμό μακεδονική ή σλαβομακεδονική δεν της στερεί το καθοριστικό της ρόλο στην άσκηση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης με το οποίο συνυφαίνεται άρρηκτα. Άλλωστε το 1977 στην Αθήνα η Τρίτη Διάσκεψη των ΗΕ για την τυποποίηση γεωγραφικών ονομάτων αναγνωρίζει την μακεδονική γλώσσα [16].

III. Το Σύνταγμα των Σκοπίων και η Συμφωνία των Πρεσπών *

Το Σύνταγμα δεν αναπτύσσει μόνο τη νομική του λειτουργία, όντας ο νόμος των νόμων, ουσία του οποίου είναι η ίδια η κανονιστικότητά του [17]. Το Σύνταγμα ενοποιεί όλες τις αντιτιθέμενες ιδεολογικοπολιτικές απόψεις, τα αντικρουόμενα κοινωνικοπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, οργανώνοντας και προβλέποντας το ίδιο τους μηχανισμούς πολιτικής αντιπαράθεσης που οριοθετούνται εντός των κοινοβουλευτικών και αντιπροσωπευτικών θεσμών. Η ενοποιητική λειτουργία όμως του Συντάγματος δεν αναφέρεται μόνο στην εύρεση συναινέσεων εντός των θεσμικών διεργασιών, αλλά αφορά πρωτίστως την υλικότητα του Συντάγματος [18]. Το Σύνταγμα ως σύμβολο, που επιλέγει να προστατεύσει και κατοχυρώσει κάποιες αξίες θεμελιώδεις και απαραίτητες για την συγκρότηση μιας πολιτείας. Η πίστη στις αξίες αυτές ανατρέχει στο προσυνταγματικό στάδιο θέσμισης του Κράτους. Η επανεπιβεβαίωση τους ή η κατάλυση τους είναι το όριο ανάμεσα στην συντακτική και την συντεταγμένη εξουσία.

Η συντακτική εξουσία, αποτελεί ουσιαστικά έναν πρωτογενή συνταγματισμό. Εμφανίζεται δηλαδή μόνο μια φορά είτε στην έναρξη , είτε στη λήξη της «ζωής» ενός κράτους. Είναι στιγμιαίο φαινόμενο, ακριβώς επειδή με τη σύμπραξη του λαού (όχι ως εκλογικού σώματος, αλλά ως μάζας) θεσπίζονται για πρώτη φορά νέοι κανόνες δικαίου, οι οποίοι θα λάβουν υπερνομοθετική ισχύ , εφόσον το νέο κράτος που θα εγκαθιδρυθεί, θα είναι ουσιαστικό συνταγματικό κράτος. Από την άλλη, η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι συνυφασμένη με το δευτερογενή συνταγματισμό. Με την άσκηση δευτερογενούς συντακτικής εξουσίας, που λαμβάνει είτε τα χαρακτηριστικά μιας αμιγώς αναθεωρητικής εξουσίας που ασκείται από ειδικό όργανο ( στο ελληνικό Σύνταγμα η αναθεωρητική Βουλή), είτε τη μορφή μιας μεικτής αναθεωρητικής εξουσίας που μετέχει τόσο το Κοινοβούλιο, όσο και ο λαός, ως εκλογικό σώμα.

Το Σύνταγμα όμως των Σκοπίων αναθεωρήθηκε με μια διαδικασία παράλληλη. Παράλληλη σε σχέση με την κύρια διαδικασία και αποκλειστική που διαθέτει κάθε εθνική αντιπροσωπεία ή εκλογικό σώμα, όχι μόνο για να διενεργήσει την αναθεώρηση, αλλά και για να διαπιστώσει την αναγκαιότητα αυτής. Αυτό προσδίδει ιδιαίτερο χαρακτήρα στο Σύνταγμα αυτό, η αναθεώρηση του οποίου ήταν παρακρατούμενη από μια διεθνή συμφωνία την οποία έπρεπε να σέβεται η διενεργηθείσα αναθεώρηση. Η θεωρία άλλωστε αναμένεται σύντομα να πάρει θέση ως προς αν το αν το Σύνταγμα των Σκοπίων, αποτελεί δοτό Σύνταγμα.

Στο πλαίσιο αυτό αναφέρονται συνοπτικά οι συνταγματικές αλλαγές που επήλθαν πριν την αλλαγή της συνταγματικής ονομασίας, και οι οποίες είχαν ήδη αποκαθάρει το Σύνταγμα αυτό από όποια αλυτρωτικά κατάλοιπα.

Το Σύνταγμα των Σκοπίων στο άρθρο 49 προέβλεπε τα εξής: «Η Δημοκρατία φροντίζει για το καθεστώς και τα δικαιώματα των ανθρώπων που ανήκουν στον μακεδονικό λαό, στις γειτονικές χώρες όπως και στους Μακεδόνες απόδημους […] και φροντίζει για τα πολιτιστικά, οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών της στο εξωτερικό» [19]. Η προβληματική αυτή ερμηνευτικά διάταξη αναθεωρήθηκε έπειτα από τις συστάσεις της επιτροπής Μπαταντέρ το 1992 [20] και την ενδιάμεση συμφωνία που συνομολογήθηκε με την Ελλάδα το 1995. Προ του 1991 θα λέγαμε πως υπήρχε ένας θεσμικός αλυτρωτισμός ο οποίος εξαλείφθηκε με την ενσωμάτωση του άρθρου 6 [21] της ενδιάμεσης συμφωνίας στο corpus του Συντάγματος των Σκοπίων. Συγκεκριμένα η Τροποποίηση ΙΙ στηριζόμενη στο άρθρο 6 όριζε : «Κατά την άσκηση αυτού του ενδιαφέροντος η Δημοκρατία δεν θα παρέμβει στα κυριαρχικά δικαιώματα άλλων κρατών και στις υποθέσεις». Ενώ η Τροποποίηση V του Συντάγματος των Σκοπίων κατοχύρωνε τη μακεδονική γλώσσα κάνοντας όμως ρητή αναφορά και στο κυριλλικό αλφάβητο. Συνεπώς οι επίμαχες αλλαγές που επήλθαν στο Σύνταγμα των Σκοπίων δεν σχετίζονταν με την κατάργηση αλυτρωτικών διατάξεων αφού αυτές είχαν ήδη τροποποιηθεί ή αλλοιωθεί. Η αναθεώρηση του Συντάγματος αφορούσε την μεταβολή της συνταγματικής ονομασίας η οποία επακόλουθα επιφέρει αλλαγές και στην νομική σχέση, τον δεσμό Κράτους – πολίτη (ιθαγένεια) καθώς και την επίσημη γλώσσα. Η όλη διαδικασία αναθεώρησης ως προαπαιτούμενο για την εγκυρότητα μιας διεθνούς συνθήκης, αποτελεί θεσμική πρωτοτυπία μιας και με την παρέμβαση εξωκρατικών παραγόντων περατώθηκε μια αναθεωρητική διαδικασία η νομιμότητα της οποίας δεν εξαρτιόνταν μόνο από τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που το Σύνταγμα προέβλεπε αλλά και από τη σύμφωνη με το περιεχόμενο μιας διεθνούς συμφωνίας διενέργεια της.

Αντί Επιλόγου

Το τέλος των ιδεολογιών και η μετάβαση σε συγκροτημένα ιδεολογικοπολιτικά ρεύματα [22], καθώς από την διακυβέρνηση των προσώπων στην διαχείριση των πραγμάτων [23] μεταβάλει διαρκώς και την φυσιογνωμία των πολιτικών υποκειμένων. Ο προκυβερνητικός ΣΥ.ΡΙΖ.Α βρισκόταν εγγύτερα στον μετασχηματισμό μέσω ρήξης, ενώ ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α ως κόμμα εξουσίας βρίσκεται στο μεταίχμιο της ρήξης μέσω διαμέσων μετασχηματισμών εκμεταλλευόμενος την εσωτερική αντιφατικότητα των καπιταλιστικών δομών [24] και του συμβιωτικού μετασχηματισμού [25].

Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι το τελευταίο στάδιο του μετασχηματισμού του ίδιου του ΣΥ.ΡΙΖ.Α και προδιαγράφει τους προεκλογικούς και μετεκλογικούς συσχετισμούς. Η κανονικοποίηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α [26] και η σταδιακή μετατροπή του σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα δεν μπορεί να γίνει μέσω προγραμματικών συγκλίσεων με τους όμορους πολιτικά χώρους αλλά μέσα από την ώσμωση και τελική την σύμμειξη των βάσεων τους όπως ισχυριζόταν ο Νίκος Πουλαντζάς. Η συγκρότηση ενός πραγματικού προοδευτικού μετώπου όμως δεν μπορεί να γίνει με τρόπο αντιθετικό και συγκρουσιακό, αλλά όπως έλεγαν οι Alain Badiou & Marcel Gauchet με τρόπο συναιρετικό και συνθετικό. Σε κάθε περίπτωση η Συμφωνία των Πρεσπών υπακούει την υποχρέωση κάθε γενιάς να επιλύει τα δικά της προβλήματα και να μην μετακυλύει την πολλή πιο δυσβάσταχτη λύση τους στις επόμενες. Ή κατά Σαίξπηρ «οι παλιές αμαρτίες ρίχνουν μεγάλες σκιές».

Παραπομπές

[1] Κωστής Καρπόζηλος – Δημήτρης Χριστόπουλος, 10 + 1 ερωτήσεις & απαντήσεις για το Μακεδονικό, εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2018, σελ. 23 επ.

[2] Κώστας Δουζίνας, Μακεδονία και Ιδεολογία, στην εφημερίδα Εποχή της 29ης .7.18.

[3] Κώστας Δουζίνας, Μακεδονικό και μετα – ιδεολογία, στην Εφημερίδα των Συντακτών της 12ης .2.18.

[4] https://www.ellinikahoaxes.gr/2018/01/22/elitis-makedonia/, Ο Ελύτης και η ψευδομακεδονία, 22.1.18

[5] Το κείμενο της επιστολής δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία της 28ης.3. 1992.

[6] Κώστας Δουζίνας, Μακεδονία και Ιδεολογία, στην εφημερίδα Εποχή της 29ης.7.18, του ιδίου, Μακεδονικό και μετα – ιδεολογία, στην Εφημερίδα των Συντακτών της 12ης.2.18.

[7] Γιώργος Κατρούγκαλος, Ο φόβος των συνταγματολόγων μπροστά στα δημοψηφίσματα, σε Επιθεώρηση Δημοσίου και Διοικητικού Δικαίου, Τεύχος 1ο, Ιανουάριος – Μάρτιος 2017, Τόμος 61, σελ. 5 – 13.

[8] Κώστας Δουζίνας, Μακεδονία και Ιδεολογία, στην εφημερίδα Εποχή της 29ης .7.18, του ιδίου, Μακεδονικό και μετα – ιδεολογία, στην Εφημερίδα των Συντακτών της 12ης .2.18.

[9] Γιάννης Μηλιός, Η μαρξιστική θεωρία για το Κράτος και ο CarlSchmitt, περιοδικό Θέσεις, Τεύχος 25ο, Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1988.

[10] Ibidem

[11] Ernst Renan, Τι είναι έθνος, εκδ. Ροές, Αθήνα, 2009 και εν προκειμένω την μετάφραση από τον Ν. Πανταζόπουλο της ομώνυμης διάλεξης του Ερνέστου Ρενάν στη Σορβόννη (11 Μαρτίου 1882), με τίτλο “Qu’est-ce qu’une nation?” (Τι είναι ένα έθνος;), σελ.6, Νίκος Μαραντζίδης, Επαρχιώτικος εθνικισμός, παλιομοδίτικη αντίδραση, στην Καθημερινή της 8ης.10.17.

[12] G. Mathieu, Les idées politique d’ Isocrate, 2η έκδοση, 1996, σελ. 221.

[13] Μιχάλης Ιωαννίδης, Αλλάζουν όνομα τα κράτη;, στην Καθημερινή της 21ης.5.2018.

[14] Κωστής Καρπόζηλος – Δημήτρης Χριστόπουλος, 10 + 1 ερωτήσεις & απαντήσεις για το Μακεδονικό, εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2018, σελ. 35 – 43, 45 – 49.

[15] Κωστής Καρπόζηλος – Δημήτρης Χριστόπουλος, 10 + 1 ερωτήσεις & απαντήσεις για το Μακεδονικό, όπ.π σελ. 57 επ.

[16] Ibidem

[17]βλ. Αριστόβουλο Μάνεση: ”Από τους πρώτους κιόλας επιστημονικούς προβληματισμούς μου επικέντρωσα την προσοχή μου σε σε τρία κυρίως αξιώματα. Ένα του Sieyes: ”Το Σύνταγμα είναι ένα σύνολο υποχρεωτικών κανόνων, αλλιώς δεν είναι τίποτε”...

[18] Κώστας Δουζίνας, Ας μιλήσουμε για το Σύνταγμα, στην Εφημερίδα των Συντακτών της 12ης.11.2018

[19] www.constituteproject.org

[20] Κωστής Καρπόζηλος – Δημήτρης Χριστόπουλος, 10 + 1 ερωτήσεις & απαντήσεις για το Μακεδονικό, όπ.π σελ. 69 επ.

[21] άρθρο 6 : «Τίποτε στο Σύνταγμα και ιδίως στο προοίμιο ή στο άρθρο αυτού δεν μπορεί ή δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως εμπεριέχον ή δυνάμενο να εμπεριέχει στο μέλλον τη βάση για εδαφική αξίωση πέραν των συνόρων της» , σημειώνεται ότι με την ενδιάμεση συμφωνία του 1995 μεταξύ Ελλάδος και Σκοπίων τα μέρη δεσμεύθηκαν ότι οι επίμαχες διατάξεις δεν υπαινίσσονται βάση εδαφικής διεκδίκησης ή επεμβάσεις στις εσωτερικές υποθέσεις, διακήρυξαν τη μονιμότητα των ισχυόντων συνόρων και δήλωσαν ότι σέβονται την αμοιβαία κυριαρχία, την εδαφική ακεραιότητα και την πολιτική τους ανεξαρτησία.

[22] Κώστας Δουζίνας, Το τέλος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2006.

[23] Jhering, DerZweckimRecht σε Αριστόβουλος Μάνεσης, Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Ι, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1980, σελ. 24 επ.

[24] Νίκος Πουλαντζάς, Για τον Γκράμσι, μεταξύ Σάρτρ και Αλτουσέρ, Παρεμβάσεις, εκδ. Πολύτυπο, Αθήνα, 1982, σελ. 15 επ.

[25] Γιάννης Δραγασάκης, Αριστερά, Κυβέρνηση και Κοινωνικοί Μετασχηματισμοί, στην Αυγή της Κυριακής της 16ης.12.18.

[26] Νίκος Μαραντζίδης, Ο ιστορικός συμβιβασμός του ΣΥΡΙΖΑ και τα ατελέσφορα μέτωπα, στην Καθημερινή της 22ης.4.18.

* Για το σύνολο των ζητημάτων που άπτονται του Συντάγματος των Σκοπίων αλλά και των ημεδαπών συνταγματικών διατάξεων βλ, Γιώργος Γεραπετρίτης, Το σύνταγμα της ΠΓΔΜ πρέπει να αλλάξει, στην Καθημερινή της 19ης.2.18, Στυλιανός Ι. Κουτνατζής, Τα ζητήματα της συμφωνίας με την ΠΓΔΜ από συνταγματική σκοπιά, στον Παρατηρητή της Θράκης της 15ης.6.2018, Νίκος Αλιβιζάτος, Σε αναζήτηση πολιτικής τόλμης, στην Καθημερινή της 18ης.6.2018, Ευάγγελος Βενιζέλος, Τα προβλήματα της συμφωνίας για το ονοματολογικό, στην Καθημερινή της 14ης.6.18.