Η Ζαχαρωμένη Πόλη

Ο χρόνος είχε γίνει γλυκός και άμορφος αυτή τη Χριστουγεννιάτικη νύχτα έλιωνε μέσα στα ρυάκια κι έτρεχε στο πλάι των δρόμων.
Home at christmas
Home at christmas
Jay's photo via Getty Images

Την είδαν ξαφνικά μπροστά τους μέσα στη νύχτα.

Κάποιοι άναβαν ακόμα μικρά φωτάκια χρυσά, φύτευαν στο εσωτερικό της νύχτας χιλιάδες φωτιές, ξανθούς ήλιους πατώντας πάνω στα γλυκά και άπλωναν γιρλάντες στα κλαδιά των δένδρων. Έμοιαζαν περισσότερο με συγκεχυμένες σκιές που μόλις διακρίνονταν όταν κινούνταν. Άπλωναν μικρά σπίτια πάνω στο χώμα από ζαχαρόπαστες πολύχρωμες, με αυλές που έτρεχαν μαγικά παιδάκια, ξετύλιγαν ομίχλη γύρω από τα δέντρα και τις μάντρες των κήπων. Στις στέγες άφηναν τις ανάσες της νύχτας ελεύθερες να βγαίνουν από τις καμινάδες και να σκορπίζονται παντού.

Ο χρόνος είχε γίνει γλυκός και άμορφος αυτή τη Χριστουγεννιάτικη νύχτα έλιωνε μέσα στα ρυάκια κι έτρεχε στο πλάι των δρόμων.

Ένα φρούτο ζάχαρης και ένα κουκουνάρι από σοκολάτα πάνω στα λευκά καπέλα του χιονιού που ήταν απλωμένα στους γύρω θάμνους και μακριά από την πόλη οι τόσοι ψίθυροι του δάσους.

Το φως των άστρων έσταζε σε χιλιάδες αμέτρητα μικρά διαμαντάκια σκορπισμένα πάνω στις ράχες των βουνών που φαίνονταν από παντού. Εκεί που έλιωναν τα χιόνια και η πόλη άλλαζε συνέχεια τα όνειρά της μέσα στη νύχτα με τα θαύματα, έφταναν συνεχώς κι άλλοι με τα καινούργια τους όνειρα.

Η ζαχαρωμένη πόλη δεν είχε σύνορα δεν είχε όρια, ήταν για όλους.

Αυτός που προπορευόταν έβγαλε μια μικρή κλεψύδρα από το παλτό του και σήμανε την αρχή του χρόνου όλων. Τους είχε πει τους είχε υποσχεθεί πως τη νύχτα αυτή θα έκαναν μια άσκηση αξιοπρέπειας μια βόρεια βόλτα στον κόσμο, πως θα ξανασχεδίαζαν τη ζωή τους μόνο με πράγματα που θα τούς γοήτευαν, θα τούς συνέπαιρναν και θα τους ενέπνεαν.

Τα ελάφια ήταν έτοιμα, οι καμπάνες γυαλισμένες, οι σκιές είχαν επιστατήσει για την παραμικρή λεπτομέρεια ομορφιάς είχαν υπενθυμίσει σε όλους πια πράγματα θα τους γέμιζαν χαρά.

O ίδιος είχε την τάση να ονειρεύεται μια υλικότητα που διακατείχε τις Χριστουγεννιάτικες γιορτές έναν Χριστουγεννιάτικο χρόνο πέρα ως πέρα, απολάμβανε την αισιοδοξία του καινούργιου σε αυτό το φόντο της ανάμνησης, μια έκρηξη χαράς να αιωρείται πάνω από το πλήθος των συγκινήσεων έως ότου στο κλείσιμο των άστρων θα άρχιζε να μιλάει για μια καινούργια δίκαιη ζωή μέσα στις συνοικίες ενός παιδικού μυαλού, απλά και σταθερά φανερώνοντας για πρώτη φορά την αιωνιότητα, να λαμπυρίζει και να εκτείνεται σε έναν άπειρο χρόνο, σηκώνοντας το ζαχαρωμένο πέπλο πάνω από την ύπαρξη κοιτάζοντας κατάματα την πόλη που δεν υπάρχει ...