Οι δυσκολίες από τις διαδοχικές κρίσεις και τα δημόσια οικονομικά

Τα καλά δημόσια οικονομικά προάγουν ένα κράτος ενώ τα άσχημα δημόσια οικονομικά καταστρέφουν ένα κράτος.
.
.
Eurokinissi

Του Γιώργου Ατσαλάκη, Αναπληρωτή Καθηγητή Πολυτεχνείου Κρήτης - Εργαστήριο Ανάλυσης Δεδομένων και Πρόβλεψης

Σύμφωνα με τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους το χρέος της κεντρικής διοίκησης της χώρας μας την 31/3/2022 ανήλθε στα 394,5 δισ. ευρώ, δηλαδή 217% του ΑΕΠ. Το ΑΕΠ της Ελλάδος έφθασε τα 181 δισ. το 2021. Το μέσο σταθμικό επιτόκιο εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους την 31/3/22 ήταν 1,52%. Δηλαδή εάν το επιτόκιο παραμείνει σταθερό όλο το 2022 και με την προϋπόθεση ότι το χρέος δεν θα αυξηθεί περαιτέρω, θα πρέπει να πληρωθούν τόκοι ύψους 5,3 δισ.. Θα χρειαστούν αντίστοιχοι φόροι 5,3 δισ. για να πληρωθούν οι ετήσιοι τόκοι του χρέους. Εάν αναλογιστούμε ότι το κράτος εισπράττει από τον ΕNΦΙΑ περίπου 2,58 δισ., το κράτος χρειάζεται 2 φορές τις εισπράξεις του ΕΝΦΙΑ για να καλύψει το ετήσιο κόστος των τόκων του δημοσίου χρέους!.

Σύμφωνα με τον κρατικό προϋπολογισμό του 2022, το ονομαστικό έλλειμα της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να φθάσει στο 3.6% του ΑΕΠ από 10% το 2021. Τα ελλείματα ή θα καλυφθούν από επί πλέον φόρους ή από δάνεια. Οι επί πλέον φόροι είναι δύσκολο να πληρωθούν από του πολίτες οι οποίοι πάνω από το ένα τρίτο έχουν ήδη απλήρωτα χρέη προς το Δημόσιο. Η λήψη νέων δανείων θα αυξήσει το συνολικό δημόσιο χρέος περαιτέρω, οπότε θα αυξηθούν επί πλέον και οι ετήσιοι τόκοι εξυπηρέτησης των δανείων.

Η κρίση του κορωνοϊού το 2020, συνοδεύτηκε από την ενεργειακή κρίση το 2021 με την τεράστια αύξηση των τιμών της ενέργειας και την σταδιακή άνοδο των τιμών των σιτηρών. Το 2022 μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία εμφανίστηκε πλήρως η επισιτιστική ανασφάλεια όπου σε ένα οκτάμηνο η τιμή του σίτου διπλασιάστηκε και παράλληλα διευρύνθηκε η άνοδος των τιμών της ενέργειας. Το 2023 θα είναι το έτος κρίσης κόστους διαβίωσης κυρίως λόγω των επιπτώσεων της επισιτιστικής κρίσης.

Τα δύο νέα μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας είναι η ενεργειακή ασφάλεια και η επισιτιστική ασφάλεια, τα οποία θα κυριαρχήσουν στις προτεραιότητες των χωρών καθώς θα οδηγήσουν σε κρίση κόστους διαβίωσης. Πολλές χώρες είχαν αποθέσει τόσο την ενεργειακή όσο και την επισιτιστική τους ασφάλεια σε εισαγωγές από χώρες με αυταρχικά καθεστώτα τα οποία μόλις βρήκαν την ευκαιρία άρχισαν να εκβιάζουν και να πλουτίζουν αυξάνοντας τις τιμές και δημιουργώντας ανασφάλεια.

Για την απεξάρτηση των χωρών από τις ανασφαλείς εισαγωγές, θα απαιτηθούν πρόσθετες δαπάνες στου κρατικούς προϋπολογισμούς, οι οποίες προς το παρόν είναι δύσκολο να υπολογιστούν, αλλά σίγουρα θα είναι πολλά δισ.

Τα Δημόσια Οικονομικά ασχολούνται με την εξεύρεση και διαχείριση των χρημάτων που καλύπτουν τις δαπάνες του κράτους. Τα καλά δημόσια οικονομικά προάγουν ένα κράτος ενώ τα άσχημα δημόσια οικονομικά καταστρέφουν ένα κράτος. Τα καλά δημόσια οικονομικά εξαρτώνται από την καλή άσκηση της δημόσιας οικονομικής πολιτικής. Επίσης με καλά δημόσια οικονομικά είναι δυνατή ή άσκηση σωστής πολιτικής με ανθρώπινο πρόσωπο για τους πολίτες.

Άσχημα δημόσια οικονομικά ισοδυναμούν με εθνική καταστροφή που προέρχεται από τα υπερβολικά κρατικά έξοδα και την σπάταλη διαχείριση. Για να καλυφθούν οι υπερβολικές κρατικές δαπάνες, η σπατάλη και η κακοδιαχείριση, επιβάλλονται ολοένα και περισσότεροι φόροι με αποτέλεσμα ο λαός να αρχίσει να υποφέρει από την υπερφορολόγηση. Όσο περισσότερα είναι τα κρατικά έξοδα τόσο περισσότερη είναι η υπερφορολόγηση των πολιτών. Η Δημόσια Οικονομική έχει ένα τρομερό τρόπο να εκδικείται τις κυβερνήσεις που αγνοούν την σημασία των καλών δημόσιων οικονομικών και μάλιστα η εκδίκηση έρχεται πολύ γρήγορα.

Οι κυριότερες επαναστάσεις των λαών στην παγκόσμια ιστορία, οφειλόταν σε θρησκευτικά ή δημοσιονομικά αίτια. Οι παρακάτω τέσσερεις σημαντικότερες επαναστάσεις της πρόσφατης ιστορίας οφείλονται κυρίως σε δημοσιονομικά αίτια: α) Η μεγάλη επανάσταση των Άγγλων βαρόνων κατά του Ιωάννη του Ακτήμονος, β) Η Αγγλική επανάσταση κατά του Καρόλου του Α΄, γ) Η Γαλλική επανάσταση, και δ) η επανάσταση της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ. Σε όλες αυτές τις επαναστάσεις υπήρξε υπερφορολόγηση των πολιτών λόγο της ασύδοτης κρατικής σπατάλης. Η αρχαία Αθήνα έχασε πολλούς από τους συμμάχους της λόγω της υπερφορολόγησης τους. Η εξέγερση των συμμάχων εναντίον της Αθήνας αποτέλεσε την αιτία της τελικής νίκης της Σπάρτης. Οι αλόγιστες δαπάνες του Βυζαντίου προκάλεσαν την υπερφορολόγηση των επαρχιών οι οποίες σταδιακά επαναστατούσαν.

Η αναγεννηθείσα Ελλάδα από την επανάσταση του 1821 γνώρισε πολλές φορές τα δεινά των άσχημων δημόσιων οικονομικών. Τα πρώτα δάνεια σπαταλήθηκαν στο Λονδίνο πριν έρθουν τα χρήματα στην Ελλάδα. Το δάνειο των 60 εκατομμυρίων επί Όθωνος κατασπαταλήθηκε σε αλόγιστες δαπάνες. Και οι τέσσερις παλιότερες χρεοκοπίες της Ελλάδος 1827, 1843, 1893 και 1932 οφειλόταν στις υπερβολικές δαπάνες του κράτους.

Στα παλιότερα χρόνια οι μεγάλες σπατάλες συνέβαιναν στην «αυλή» δηλαδή από τους ευνοούμενους των μοναρχών. Σήμερα πλέον δεν υπάρχουν μονάρχες, αλλά την τότε «αυλή», την έχουν διαδεχθεί χιλιάδες «αυλές» με εκατοντάδες χιλιάδες ευνοούμενους «πελάτες».

Η εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία δημιουργεί δύο τάσεις σπατάλης υπέρ των κομματικών πελατών: Στους μεν νικητές των εκλογών τα πολιτικά κόμματα διένεμαν θέσεις στο δημόσιο (προσλήψεις, μελέτες, έργα, κλπ.) στους δε ηττημένους διένεμαν συνταξιοδοτήσεις για να εκκενωθούν θέσεις οι οποίες θα καλυφθούν από τους κομματικούς πελάτες των νικητών. Όμως οι ωφελούμενοι και των δύο τάσεων τρέφονται από το κράτος. Το αποτέλεσμα είναι η διόγκωση των κρατικών εξόδων, με επακόλουθο την υπερφορολόγηση των πολιτών για να τρέφονται οι ευνοούμενες κοινωνικές ομάδες.

Κάθε κόμμα μοιράζει τα κρατικά χρήματα (δηλ. τα χρήματα των φορολογουμένων), πριν ακόμα τα εισπράξει, στους κομματικούς πελάτες χωρίς καμία υπευθυνότητα για την υπερφορολόγηση των πολιτών, η οποία υπερφορολόγηση, πάντα ακολουθεί πολύ σύντομα. Οι διάδοχοι των παλιών «αυλών» σήμερα είναι οι ομάδες συμφερόντων ή ομάδες πίεσης για παροχές από το κράτος.

Οι κρατικές δαπάνες υπερδιογκώνονται ακόμα περισσότερο όταν γίνονται υπέρ συγκεκριμένων ομάδων συμφερόντων και πληρώνονται από τις άλλες κοινωνικές ομάδες που δεν μπορούν να οργανωθούν για να αντισταθούν.

Οι μικρές ομάδες συμφερόντων με λίγα μέλη μπορούν να οργανωθούν να διεκδικούν κρατικές παροχές, γιατί έχουν επιλεκτικό κίνητρο καθώς η όποια παροχή από το κράτος μοιράζεται σε λίγα μέλη, οπότε κάθε μέλος θα λάβει ένα σημαντικό όφελος.

Οι μεγάλες ομάδες με πολλά μέλη δεν μπορούν να οργανωθούν διότι το όποιο όφελος θα είναι απειροελάχιστο καθώς θα πρέπει να μοιραστεί σε πάρα πολλά μέλη. Με βάση αυτό το παράδοξο οι μικρές ομάδες εκμεταλλεύονται τις μεγάλες ομάδες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα στην χώρα μας είναι οι φόροι υπέρ τρίτων οι οποίοι πληρώνονται από ανυποψίαστους ήδη βαριά φορολογημένους πολίτες, χωρίς καν να γνωρίζουν που καταλήγουν τα χρήματα τους.

Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα ευνοούν τις «εφόδους» στο δημόσιο χρήμα των μικρών ομάδων συμφερόντων με αντάλλαγμα τους ψήφους και την επιρροή τους. Αντί τα πολιτικά κόμματα να κρατούν θωρακισμένα τα δημόσια ταμεία από τις επιθέσεις των μικρών ομάδων και να μεριμνούν για την δίκαιη διανομή των κρατικών παροχών, εφευρίσκουν τρόπους να ξεγελάσουν τους πολίτες ώστε να μη γίνει αντιληπτό ότι ανοίγουν τις πόρτες των δημόσιων ταμείων στους ευνοούμενους κομματικούς τους πελάτες.

Οι δε ομάδες συμφερόντων είναι τόσο άπληστες ώστε όταν τα χρήματα των φορολογουμένων δεν τους είναι αρκετά, πιέζουν το κράτος να δανειστεί. Έτσι φθάσαμε στην υπερχρέωση του κράτους τα τελευταία 40 έτη.

Το κυριότερο όμως είναι ότι όλα αυτά τα χρήματα, αντί να επενδύονται σε υποδομές που θα μπορούσαν να δημιουργούν εισοδήματα για να αποπληρώνονται τα χρέη, ξοδεύονται σε καταναλωτικές δαπάνες εισαγόμενων προϊόντων. Το αποτέλεσμα είναι τα χρήματα να «μεταναστεύουν» στο εξωτερικό και στην χώρα να μένουν τα χρέη. Περαιτέρω για να μην μειωθεί το βιοτικό επίπεδο των πολιτών γίνεται και πάλι νέος δανεισμός και ο κύκλος επαναλαμβάνεται.

Τα υγιή δημόσια οικονομικά προάγουν τον λαό μιας χώρας ενώ τα άσχημα τον καταστρέφουν. Ένα προνοητικό κράτος θα έπρεπε να συγκρατεί τις δαπάνες του για να μην φθάνει στο σημείο να υπερφορολογεί τους πολίτες. Η Ελλάδα έχει κρατικές δαπάνες της γενικής κυβέρνησης περίπου στο 45% του ΑΕΠ.

Οι πολιτικοί δεν ενημερώνουν τον λαό για τις δημοσιονομικές δυσκολίες. Εφευρίσκουν δήθεν εχθρούς στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό στους οποίους επιρρίπτουν την ευθύνη για να μπορούν ανενόχλητοι να διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα για να μεγαλώνουν την κομματική τους πελατεία. Ικανότατοι στην παραπλανητική τέχνη, καταφέρνουν να μην αντιληφθεί ο πολίτης τον τόσο θεμελιώδη νόμο της δημόσιας οικονομίας: Η μείωση των υπέρογκων κρατικών δαπανών μπορεί να επιφέρει αντίστοιχη μείωση φόρων και ανακούφιση των πολιτών από την υπερφορολόγηση.

Η Ελλάδα για να αντιμετωπίσει τις επικείμενες κρίσεις και κυρίως για να εξασφαλίσει την ενεργειακή και επισιτιστική ασφάλεια δεν έχει περιθώριο ούτε να δανειστεί αλλά και ούτε να επιβάλει νέους φόρους. Θα είναι μια δύσκολή περίοδος κατά την οποία, μπορούν αν βρεθούν χρηματικοί πόροι μόνο από την αύξηση του ΑΕΠ.

Κάθε μονάδα αύξησης του ΑΕΠ μπορεί να επιφέρει περίπου 800 εκ νέα έσοδα ετησίως. Επομένως η ανάπτυξη είναι μονόδρομος αλλά υπονομεύεται από την υπάρχουσα υπερφορολόγηση και τον πληθωρισμό που δημιουργούν στασιμοπληθωρισμό, δηλαδή αύξηση τιμών χωρίς αύξηση του ΑΕΠ ή αλλιώς η αύξηση του ΑΕΠ είναι ελάχιστη κάτω από τον πληθωρισμό.

Όλα τα παραπάνω, μαζί με τις γεωπολιτικές εντάσεις, δημιουργούν πολύ δύσκολες συνθήκες για την επόμενη τριετία. Και μάλλον είναι προπομπός της κορυφής του μακροχρόνιου κύκλου ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας.