Την ώρα που το κράτος απαιτεί συνέπεια, προθεσμίες και πρόστιμα από πολίτες και επιχειρήσεις, το ίδιο συνεχίζει να λειτουργεί ως ο μεγαλύτερος κακοπληρωτής της αγοράς. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς ιδιώτες και προμηθευτές παραμένουν σε δυσθεώρητα επίπεδα, στερώντας κρίσιμη ρευστότητα από την πραγματική οικονομία και μετατρέποντας επιχειρήσεις σε άτυπους χρηματοδότες του κράτους!
Άτυποι χρηματοδότες του κράτους οι επιχειρήσεις
AdvertisementAdvertisement
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείο Οικονομικών, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου – χωρίς να υπολογίζονται οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων – ξεπερνούν τα 3,1 δισ. ευρώ. Αν προστεθούν και οι απλήρωτες επιστροφές φόρων (περίπου 800 εκ. ευρώ), το συνολικό ποσό που «χρωστά» το κράτος στην αγορά αγγίζει ή και υπερβαίνει τα 3,9 δισ. ευρώ. Πρόκειται για χρήματα που λείπουν από τα ταμεία επιχειρήσεων, επαγγελματιών και νοικοκυριών.
Το κράτος που τους χρωστάει, δεν δείχνει καμία ανοχή στις δικές τους καθυστερήσεις
Πρωταθλητές στις καθυστερήσεις παραμένουν τα δημόσια νοσοκομεία, με οφειλές άνω του 1,7 δισ. ευρώ, ενώ ακολουθούν οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης, ο ΕΟΠΥΥ και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Σε πολλές περιπτώσεις, οι προμηθευτές περιμένουν έξι, εννέα ή και δώδεκα μήνες για να πληρωθούν για υπηρεσίες και προϊόντα που έχουν ήδη παραδώσει. Στο μεταξύ, καλούνται να πληρώνουν μισθούς, φόρους και εισφορές στην ώρα τους, χωρίς καμία ανοχή.
Ντόμινο ασφυξίας στην αγορά
Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί απλώς λογιστικό πρόβλημα. Δημιουργεί ντόμινο ασφυξίας στην αγορά, περιορίζει επενδύσεις, αυξάνει τον δανεισμό και υπονομεύει την αξιοπιστία του ίδιου του κράτους. Όταν το Δημόσιο δεν πληρώνει, παρασύρει ολόκληρη την οικονομία σε καθυστερήσεις και αβεβαιότητα. Επιχειρήσεις που παραμένουν απλήρωτες αναγκάζονται να περιορίσουν επενδύσεις, να καθυστερήσουν μισθούς ή ακόμη και να προσφύγουν σε τραπεζικό δανεισμό με αυξημένο κόστος, μόνο και μόνο για να καλύψουν υποχρεώσεις που το ίδιο το κράτος τους επιβάλλει εγκαίρως. Η έλλειψη ρευστότητας διαχέεται στην αγορά, επιβαρύνει αλυσίδες προμηθευτών και υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα, ιδιαίτερα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες λειτουργούν χωρίς «μαξιλάρια» αντοχής. Με απλά λόγια, κάθε καθυστέρηση του Δημοσίου μετατρέπεται σε πραγματικό κόστος για την οικονομία και, τελικά, για τους ίδιους τους πολίτες.
Υπό την πίεση και των ευρωπαϊκών δεσμεύσεων, το Υπουργείο Οικονομικών δηλώνει πλέον αποφασισμένο να «σφίξει τον κλοιό». Οι φορείς που συσσωρεύουν νέες οφειλές θα τίθενται υπό αυστηρή εποπτεία, ενώ τα στοιχεία τους θα δημοσιοποιούνται – κοινώς, θα «βγαίνουν στα μανταλάκια». Παράλληλα, ενισχύονται οι ψηφιακοί έλεγχοι και η παρακολούθηση των πληρωμών.
Το ζητούμενο, ωστόσο, δεν είναι οι ανακοινώσεις αλλά το αποτέλεσμα! Γιατί όσο το Δημόσιο συνεχίζει να καθυστερεί, τόσο η αγορά θα πληρώνει το τίμημα…