Η ελληνική οικονομία εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια να αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εικόνα αυτή συχνά παρουσιάζεται ως ένδειξη επιστροφής στην «κανονικότητα». Όμως, όπως δείχνουν τα στοιχεία της Ενδιάμεσης Έκθεσης 2025 με τίτλο «Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση» του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, η ανάπτυξη αυτή δεν μεταφράζεται σε καλύτερη ζωή για τους περισσότερους πολίτες.
Η έκθεση φωτίζει με απλό αλλά αποκαλυπτικό τρόπο ένα βασικό πρόβλημα: η οικονομία μπορεί να μεγαλώνει, όμως οι μισθοί, οι συνθήκες εργασίας και το βιοτικό επίπεδο μένουν πίσω.
Πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε Ελλάδα και ΕΕ – (2019-2024, σε σταθερές τιμές 2020)
Ανάπτυξη: Ναι μεν, αλλά…
Σύμφωνα με το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, η Ελλάδα καταγράφει πράγματι υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης από τον μέσο όρο της ΕΕ. Αυτό, όμως, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη στασιμότητα ισχυρών οικονομιών όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία.
Όταν η σύγκριση γίνεται με χώρες παρόμοιου μεγέθους ή με κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, η εικόνα αντιστρέφεται. Πολλές από αυτές τις χώρες αναπτύσσονται ταχύτερα και μειώνουν πιο γρήγορα το χάσμα με την Ευρώπη. Η Ελλάδα, αντίθετα, δείχνει να χάνει έδαφος στη «μάχη της σύγκλισης».
Χαμηλά εισοδήματα
Η απόσταση στο βιοτικό επίπεδο παραμένει τεράστια. Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα ήταν το 2019 περίπου 17.200 ευρώ, έναντι 32.270 ευρώ στην ΕΕ. Το 2024, παρά την ανάκαμψη της οικονομίας, η διαφορά παραμένει σχεδόν ίδια, γύρω στις 14.600 ευρώ.
Ακόμη και αν ληφθεί υπόψη το κόστος ζωής, η Ελλάδα βρίσκεται μόλις στο 68,5% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το πιο ανησυχητικό, σύμφωνα με την έκθεση, είναι ότι άλλες χώρες, όπως η Ρουμανία, η Πολωνία ή η Τσεχία, ανεβαίνουν ταχύτερα, ενώ η Ελλάδα βελτιώνει τη θέση της με πολύ αργούς ρυθμούς.
Ποσοστό (%) μισθωτών που αντιμετωπίζουν υλική και κοινωνική στέρηση στην Ελλάδα, στην ΕΕ και σε επιλεγμένα κράτη-μέλη της ΕΕ (ηλικίες 16 ετών και άνω)
Οικονομία της… κατανάλωσης
Η ελληνική οικονομία παραμένει έντονα καταναλωτική. Τα νοικοκυριά ξοδεύουν σχεδόν το 68% του ΑΕΠ, όταν στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό είναι περίπου 51%. Οι επενδύσεις αυξάνονται, αλλά εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Κρίσιμο στοιχείο που αναδεικνύει το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ είναι η ποιότητα των επενδύσεων. Τα τελευταία χρόνια, μεγάλο μέρος των κεφαλαίων κατευθύνεται στην κατοικία και όχι σε παραγωγικές δραστηριότητες, μηχανήματα ή νέες τεχνολογίες. Αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξη δεν δημιουργεί τις βάσεις για καλύτερους μισθούς και ποιοτικές θέσεις εργασίας.
Δουλειές με χαμηλές αποδοχές
Η ανεργία έχει μειωθεί, αλλά η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει χαμηλότερο ποσοστό απασχόλησης από την ΕΕ και από πολλές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Παράλληλα, η υποαπασχόληση παραμένει υψηλή.
Οι μισθοί είναι το πιο «ηχηρό» καμπανάκι. Σύμφωνα με την έκθεση, ο μέσος ετήσιος μισθός στην Ελλάδα το 2024 αντιστοιχούσε μόλις στο 59% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το ωρομίσθιο είναι χαμηλότερο όχι μόνο από την ΕΕ, αλλά και από χώρες που μέχρι πριν λίγα χρόνια θεωρούνταν σαφώς πιο φτωχές.
Και το πρόβλημα δεν αφορά μόνο λίγους κλάδους. Οι χαμηλές αμοιβές καταγράφονται σχεδόν σε όλο το φάσμα της οικονομίας, ακόμη και σε τομείς όπου η Ελλάδα απασχολεί πολλούς εργαζόμενους, όπως το εμπόριο και ο τουρισμός.
Ποσοστό (%) ατόμων με αδυναμία πληρωμής πάγιων λογαριασμών, όπως ενοίκιο ή δόση δανείου, λογαριασμοί οργανισμών κοινής ωφελείας κ.ά. (νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά)
Το «βάρος» της στέγασης
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η έκθεση στο στεγαστικό πρόβλημα. Το 2024, το κόστος στέγασης απορροφούσε κατά μέσο όρο το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματος – το υψηλότερο ποσοστό σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σχεδόν τρεις στους δέκα πολίτες ζούσαν σε νοικοκυριά που δαπανούσαν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγη. Για τους ενοικιαστές και τα χαμηλότερα εισοδήματα, η κατάσταση είναι ασφυκτική, ενώ πολλές περιφέρειες της χώρας εμφανίζουν επιδείνωση τα τελευταία χρόνια.
Ποσοστό (%) ατόμων που αδυνατούν να τα βγάλουν πέρα οικονομικά (νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά)
Με λίγα λόγια, η Ενδιάμεση Έκθεση 2025 του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ καταλήγει σε ένα σαφές συμπέρασμα: στην Ελλάδα διαμορφώνεται μια πορεία ανάπτυξης που δεν βελτιώνει ουσιαστικά τη ζωή των εργαζομένων. Οι αριθμοί της οικονομίας μπορεί να δείχνουν πρόοδο, αλλά αυτή δεν «κατεβαίνει» στην κοινωνία.
Χωρίς στροφή σε επενδύσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα, χωρίς καλύτερους μισθούς και χωρίς ουσιαστική αντιμετώπιση του στεγαστικού, η ανάπτυξη κινδυνεύει να μείνει μια στατιστική επιτυχία. Και για τους απλούς ανθρώπους, αυτό σημαίνει ότι η καθημερινότητα θα συνεχίσει να απέχει πολύ από τους αισιόδοξους τίτλους.